Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΙΛΙΑΙ ΚΥΡΙΑΚΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΙΛΙΑΙ ΚΥΡΙΑΚΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαΐου 2020


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

«Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας
προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν» (Πράξ. ΙΣΤ΄ 25)

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἰς τὴν φυλακήν.

Δὲν εἶναι ἡ μοναδικὴ φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εὑρίσκεται εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ αὐτὸς ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, κατ’ ἐπανάληψιν ἐφυλακίσθησαν διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἐκεῖ εἰς τὴν δευτέραν πρὸς Κορινθίους ἐπιστολήν, ἀναφερόμενος εἰς τὰς θλίψεις καὶ τὰς βασάνους τὰς ὁποίας ὑπέστη διὰ τὸν Ἰησοῦν, λέγει τὰ ἑξῆς˙ «ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις» (Β΄ Κορινθ. ΙΑ΄ 23). Δὲν μᾶς φαίνεται παράξενον, ἑπομένως, τὸ ὅτι ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν εὑρίσκεται εἰς τὴν φυλακήν.
Ἀς ἴδωμεν ὀλίγον τὸ ἱστορικόν˙ Ἔχει ἔλθει εἰς Φιλίππους – τὴν σημερινὴν Καβάλαν – μαζὶ μὲ τὸν μαθητήν του τὸν Ἀπόστολον Σίλαν˙ καὶ ὁδεύων πρὸς τὸν τόπον τῆς προσευχῆς, τὸν πλησιάζει μία δαιμονισμένη γυναίκα. Κινουμένη ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα, προσπαθεῖ νὰ ἐντυπωσιάσῃ τὸν κόσμον ὑποδεικνύουσα τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους σάν δούλους τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐνοχλεῖται ἀπὸ αὐτὴν τὴν δαιμονικὴν παρουσίαν καὶ «ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ» θεραπεύει τὴν δαιμονιῶσαν. Ἐπειδὴ ὅμως, ἡ συγκεκριμμένη γυνὴ ἀνήκει εἰς κάποιους «κυρίους» οἱ ὁποῖοι καὶ κερδοσκοποῦν ἀπὸ τὰς δαιμονικὰς μαντείας της καὶ ἐπειδὴ «Ἰδόντες ... οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας» (Πράξ. ΙΣΤ΄ 19). Ἡ συνέχεια εἶναι γνωστή˙ μετὰ ἀπὸ πολλοὺς ραβδισμοὺς ὁδηγοῦνται εἰς τὴν φυλακὴν καὶ ὁ δεσμοφύλαξ «ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον».

Προσευχὴ εἰς τὴν φυλακήν.

Ἐδῶ, εἰς τὴν φυλακήν, θὰ περίμενε κανείς, οἱ κακοποιημένοι Ἀπόστολοι νὰ εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν ἐπώδυνον καὶ νὰ προσεπάθουν νὰ ἀνακουφίσουν τὰ ταλαιπωρημένα σώματά των μὲ κάποια στοιχειώδη ἔστω ἀνάπαυσιν ἢ ἕνα ὀλιγόλεπτον ὕπνον. Τὸ ἱερὸν κείμενον, ὅμως, μᾶς ἐκπλήσσει! Ἐκείνας τὰς δυσκόλους ὥρας τῆς κακοπαθείας των, οἱ Ἀπόστολοι, «Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν·». Ὁ τρόπος δὲ δια τοῦ ὁποίου περιγράφεται ἡ προσευχὴ τῶν Ἀποστόλων, ἀποκαλύπτει ὅτι, ἡ προσευχὴ αὕτη δὲν εἶναι προσευχὴ διαμαρτυρίας καὶ γογγυσμοῦ, ὅπως ἴσως θὰ ἀνέμενε κάποιος, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι προσευχὴ δοξολογικὴ καὶ εὐχαριστιακή.
Εἶναι βέβαιον ὅτι οἱ πόνοι εἶναι ἀβάσταχτοι. Τὸ αἷμα ἔχει μουσκέψει τὰ ἐνδύματά των. Ὁ χῶρος τῆς φυλακῆς ποὺ δὲν προσφέρει τὴν παραμικρὰν ἀνακούφισιν, καθιστᾷ ἀφόρητον τὴν ὄντως δραματικὴν κατάστασιν τῶν Ἀποστόλων. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως, οἱ γνήσιοι οὗτοι μιμηταὶ τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος, αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ ὑμνήσουν καὶ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Θεὸν δι’ ὅσα πάσχουν δι’ Αὐτόν. Πόσον ἔνοχοι θὰ πρέπει ἆραγε νὰ αἰσθανώμεθα, ἐνώπιον τῆς καταπληκτικῆς αὐτῆς συμπεριφορᾶς τῶν Ἀποστόλων!

Ἡ προσευχὴ παρρηγορεῖ

Διὰ τοὺς περισσοτέρους ἐξ ἡμῶν, ἡ προσευχὴ εἶναι μία κοπιώδης κατάστασις τὴν ὁποίαν ἄλλοτε παραλλείπομεν προφασιζόμενοι τὴν κοπωσιν ἐκ τῶν καθημερινῶν ἀσχολιῶν. Ἄλλοτε πάλιν προσευχόμεθα συντόμως καὶ ἐπιπολαίως, μὴ ἔχοντες ἀκόμη καὶ στοιχειώδη αἴσθησιν, τῆς ὑψίστης αὐτῆς καὶ ἱερᾶς ἐργασίας. Ἄλλοτε ... οὔτως καὶ ἄλλοτε ... ἄλλως, εὑρισκόμεθα πολὺ μακρὰν ἐκείνης τῆς προσευχῆς τὴν ὁποίαν ἐδίδαξεν εἰς ἡμᾶς ὁ Κύριος˙ «Σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸν ταμιεῖόν σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.» (Ματθ. ΣΤ΄ 6). Εἰδικῶς δέ, ὅταν εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν θλίψεως ἢ κοπώσεως, προτιμοῦμεν τὴν σωματικὴν ἀλλὰ καὶ ψυχικὴν ἀδράνειαν καὶ ξεκούρασιν, ἀπὸ τὴν ὄντως προσευχητικὴν παρρηγορίαν.
Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι παρρηγοροῦνται διὰ τῆς προσευχῆς˙ ἀναπαύονται εἰς τὴν προσευχήν. Δὲν ζητοῦν τὴν ἐλευθερίαν των ἢ τὴν ἐκδίκησιν ἐπὶ τῶν ἀδικούντων αὐτούς, οὔτε, ἀκόμη περισσότερον, τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀδικίας. Κάτι τέτοιο δὲν θὰ ἦτο προσευχή. Εὐχαριστοῦν καὶ εὐγνωμονοῦν τὸν Θεὸν καὶ ἔτσι ... παρρηγοροῦνται. Ναί, διότι ἡ σωστὴ προσευχὴ παρρηγορεῖ καὶ ἀνακουφίζει.

Τὸ δῶρον τῆς προσευχῆς

Ὅταν ὅμως, ἡ προσευχὴ γίνεται ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ Θεὸς ὑποχρεώνεται! Ναί˙ ὅσον καὶ ἂν αὐτὸ ἀκούεται ἀπίθανον εἰς τὴν ἀκοήν μας, ὄντως συμβαίνει. Ὁ Κύριος βλέπει τὸν κόπον καὶ τὰς συνθήκας˙ βλέπει τὴν κούρασιν ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιμονὴν τῶν προσευχομένων˙ βλέπει τὴν «λαχτάραν» των νὰ εὑρίσκονται εἰς διαρκῆ ἐπικοινωνίαν μαζί Του˙ βλέπει ὅτι ἀδιαφοροῦν διὰ τὸν κόπον καὶ διὰ τοὺς πόνους των καὶ προτιμοῦν τὴν διαρκῆ μετ’αὐτοῦ ἐπικοινωνίαν˙ βλέπει ἐκεῖνο ποὺ ... ζητάει, δηλαδή, ὅτι ἡ ἀγάπη μας διὰ τὸν Θεὸν θὰ πρέπει νὰ ὑπερέχῃ καὶ νὰ προηγῆται τῆς ὅποιασδήποτε ἄλλης ἀγάπης˙ βλέπει ὅτι ἡ προσευχὴ ἐκείνη δὲν εἶναι προσευχὴ ἐγωϊστικὴ καὶ δὲν γίνεται ἐξ ἀνάγκης˙ καὶ ... ὁ Κύριος παρεμβαίνει δυναμικά! Τοὺς  δίνει ἐκεῖνα ποὺ δὲν ... τοῦ ζήτησαν! «Ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη» (Πράξ. ΙΣΤ΄ 26). Καὶ τοῦτο συμβαίνει πάντοτε˙ ὅταν ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸν τὰ οὐράνια, Ἐκεῖνος θὰ μᾶς δώσῃ καὶ τὰ ἐπίγεια˙ ὅταν τοῦ ζητοῦμε τὰ μεγάλα, θὰ μᾶς δώσῃ καὶ τὰ μικρά˙ ὅταν τοῦ ζητοῦμε τὰ ἄφθαρτα, θὰ μᾶς χαρίσῃ καὶ τὰ φθαρτά.
Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν˙ ὁ Κύριος ὑποχρεωμένος ἀπὸ τὴν στάσιν αὐτὴν τῶν Ἀποστόλων, τοὺς ἐλευθερώνει διὰ τοῦ θαυμαστοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον προείπωμεν, ἀλλὰ καὶ τοὺς προβάλλει στὰ μάτια τοῦ κόσμου, ἀφοῦ μαζὶ μὲ τὴν ἐλευθερίαν των, φέρουν κοντὰ εἰς τὸν Θεόν, τὸν δεσμοφύλακα μὲ τὴν οἰκογένειάν του. Ἔτσι οἱ δύο Ἀπόστολοι, φεύγουν ἀπὸ τὴν φυλακὴν καὶ συνεχίζουν τὴν περιοδείαν των κηρύττοντες τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς

Κλείοντες τὴν παροῦσαν, ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν τὴν δύναμιν τῆς προσευχῆς, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ ἀξιοποιοῦμεν εἰς πᾶσαν περίστασιν τῆς ζωῆς μας. Θὰ ἠδυνάμεθα ἀνενδοιάστως νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι οὐδὲν εἶναι ἰσχυρότερον καὶ ἀποτελεσματικότερον τῆς γνησίας καὶ καρδιακῆς προσευχῆς.

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ

                                       Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου

    Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Κυριακή 17 Μαΐου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

«καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς
καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ» (Πράξ. ΙΑ΄ 23)

Μία θαυμασία πραγματικότης

Ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύμων ὁ, ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων, Ἀπόστολος Βαρνάβας, ἔρχεται εἰς Ἀντιόχειαν διὰ νὰ διαπιστώσῃ τὴν πίστιν ἀλλὰ καὶ πνευματικὴν πρόοδον τῶν Ἰουδαίων ποὺ εὑρίσκοντο ἐκεῖ καὶ εἶχον πιστεύσει εἰς τὸν Ἰησοῦν. Ὄντως, τὰ ὅσα εὐχάριστα διὰ τὴν πίστιν των εἶχον ἀκουσθῇ, ἦσαν ἀληθῆ. Σύμφωνα δὲ μὲ τὸ ἱερὸν κείμενον, «Καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον ...» (Πράξ. ΙΑ΄ 21). Ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας βλέπων τὴν ἐνάρετον ζωὴν καὶ τὸν ζῆλον ἐκείνων τῶν χριστιανῶν, τοὺς συνιστᾷ νὰ μένουν ἀφοσιωμένοι καὶ προσκολλημένοι εἰς τὴν χάριν τοῦ Κυρίου μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν τῆς καρδίας των.
Αὐτὴν τὴν σύστασιν θὰ προσπαθήσωμεν νὰ κατανοήσωμεν εἰς τὴν σημερινήν μας μικρὰν ὁμιλίαν, διότι θεωροῦμεν ὅτι ἀποτελεῖ ἀπαραίτητον σύστασιν καὶ διὰ τὸν σημερινὸν ἄνθρωπον καὶ δὴ τὸν χριστιανόν.

Ἡ πικρὰ σημερινὴ πραγματικότης

Ἡ ἀνωτέρω σύστασις τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, ἀκούεται εἰς τὴν ἀκοὴν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, μᾶλλον ὡς οὐτοπία παρὰ ὡς σοβαρὰ ὑπόδειξις. Τοῦτο δέ, διότι εἶναι γνωστὴ ἡ ἀποστασία τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἀκόμη καὶ οἱ λεγόμενοι χριστιανοὶ δὲ διαφέρουν καὶ πάρα πολὺ ἀπὸ τοὺς μακρὰν τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπους. Ἡ πίστις ὡλιγόστευσεν ἢ καὶ ἠφανίσθη. Ὁ Κύριος, διὰ μὲν τοὺς λεγομένους χριστιανούς, εἶναι, «τυπικῶς» ὑπάρχων καὶ ἐν πολλοῖς ἀνεπιθύμητος, διὰ δὲ τοὺς ἀδιαφόρους, εἶναι ἀνύπαρκτος καὶ ὑβριζόμενος καὶ βλασφημούμενος. Ἐλάχιστοι δέ, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ἀπὸ καρδίας καὶ συνειδητῶς εἰς τὸν Θεὸν καὶ χαίρουν καὶ συγκινοῦνται εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ Παναγίου Ὀνόματός Του. Ὁ καθεὶς εὐκόλως διαπιστώνει, ὅτι εἰς τὴν ἐποχήν μας ἐκπληροῦνται τὰ ὅσα ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος προεφήτευσεν˙ «βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ ... καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν διὰ τὸ ὄνομά μου ... καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν. ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.» (Ματθ. ΚΔ΄ 4-14).
Διατὶ ὅμως ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἄκραν αὐτὴν ἀποστασίαν; Ἀπαντήσεις εἰς τὸ προκείμενον ἐρώτημα, πολλαὶ δύνανται νὰ δοθοῦν˙ πολλοὺς ὑπευθύνους διὰ τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὑποδείξωμεν˙ καθὼς καὶ πάρα πολλὰς δικαιολογίας θὰ προεβάλομεν εἰς μίαν προσπάθειαν νὰ ἀπορρίψωμεν τὴν οἵανδήποτε εὐθύνην ἡμῶν διὰ τὴν κατάπτωσιν ταύτην. Δὲν προτιθέμεθα ὅμως νὰ προβοῦμεν εἰς μίαν τοιαύτην προσπάθειαν, οὔτε ἀκόμη περισσότερον νὰ ἐπιρρίψωμεν «λίθους ἀναθέματος» ἐναντίον οὐδενός. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐπιτύχωμεν μέσω τῶν ὀλίγων τούτων γραμμῶν, εἶναι νὰ δείξωμεν ὅτι ὑπάρχει πάντοτε λύσις καὶ διόρθωσις διὰ κάθε κακὸν τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ καὶ οὐδεμία κατάστασις δὲν εἶναι μὴ ἀναστρέψιμος.

Ὑπάρχει ἆραγε περιθώριον βελτιώσεως;

Ὅταν κάποιος διαπιστώνῃ ὅτι ἡ ὑγεία του ἔχει πρόβλημα, ἀναζητεῖ τὴν θεραπείαν του. Ἀκόμη καὶ ὅταν ἡ ἀσθένειά του θεωρεῖται μὴ ἀναστρέψιμος –κατὰ τὴν ἄποψιν τῆς ἱατρικῆς ἐπιστήμης- θεωρεῖ ὅτι κάποια ἐλπὶς θὰ ὑπάρχῃ, καὶ διὰ τοῦτο διανύει τεραστίας ἀποστάσεις, φθάνει εἰς τὰς ἐσχατιὰς τῆς ὑφηλίου, διαθέτει κάθε κινητὸν καὶ ἀκίνητον περιουσιακόν του στοιχεῖον, προκειμένου νὰ ἴδη τὴν ὑγείαν του νὰ βελτιοῦται.
Ὅταν, ἐπίσης, κάποιος διακρίνῃ πρόβλημα εἰς τὴν ἐπιχείρησίν του ἢ βλέπῃ νὰ ἐπέρχεται εἰς αὐτὸν πτώχευσις οἰκονομική, ἀναζητεῖ τρόπον ἢ τρόπους, προκειμένου νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβιώσῃ καὶ νὰ διεξέλθῃ κατὰ τὸ δυνατὸν ἐπιτυχῶς τὸν ἀναμενόμενον «κλύδωνα». Ἀκόμη καὶ ἂν οἱ τρόποι αὐτοὶ εἶναι ταπεινωτικοὶ δι’ αὐτόν, θὰ τοὺς ἐκμεταλευθῇ προκειμένου νὰ ἐπιβιώσῃ καὶ νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὴν καταστροφήν του.
Θεωροῦμεν ὅτι τὰ ἀνωτέρω παραδείγματα ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἐνδεικτικότερα τὰ ὁποῖα παραλείπομεν διὰ τὴν στενότητα τοῦ χώρου, εἶναι ἄκρως ἐνδεικτικὰ καὶ δίδουν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα ποὺ ἐτέθη. Πόσον ὅμως σημαντικὸν δι’ἡμᾶς εἶναι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας; Ἂν διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ σώματός μας εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ προβοῦμεν εἰς κάθε θυσίαν καὶ κάθε δαπάνην, πόσον περισσότερα θὰ πρέπει νὰ διαθέτωμεν δι’ αὐτὴν τὴν ψυχήν, «ὑπὲρ ἧς Χριστὸς ἀπέθανεν»; Ὅταν ὁ Κύριός μας, θέλων νὰ δείξῃ τὴν ἀξίαν αὐτῆς τῆς ψυχῆς λέγει, «Τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; (Ματθ. ΙΣΤ΄ 26) τότε τὰ πράγματα ἁπλουστεύονται.

«προσμένειν τῷ Κυρίῳ»

Ἂν ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸν Κύριον, ὅλα θὰ βελτιωθοῦν! Ἂν μένουμε πάντοτε ἐξαρτημένοι ἀπὸ τὴν χάριν Του καὶ ἐκεῖνο ποὺ λέγομεν εἰς τὴν Κυριακὴν προσευχὴν - «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς·» (Ματθ. ΣΤ΄ 10) - ὄντως τὸ πιστεύομεν, τότε τὰ πάντα ἐπανορθοῦνται καὶ τὸ προδιαγραφόμενον δυσοίωνον μέλλον, ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὰ πλέον αἰσιοδόξους προοπτικάς! Ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ ἐπανακάμψωμεν εἰς τὴν ἀγάπην καὶ τὴν προστασίαν τοῦ Θεοῦ, τίποτα δὲν δύναται νὰ μᾶς ἀπειλήσῃ καὶ νὰ μᾶς κλονίσῃ, ἀλλὰ ὁ Κύριος δύναται νὰ ἐπιλύσῃ τὸ κάθε πρόβλημα τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργεῖται! Αὐτὸς εἶπεν, «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;» (Ματθ. ΣΤ΄ 25). Αὐτὸς ζήτησε καὶ ζητεῖ νὰ εἴμεθα κοντά Του χωρὶς τὴν παραμικρὰν ὑλικὴν βοήθειαν, ὑποσχόμενος ὅτι, «οὐ μή σε ἀνῶ, οὐδ’ οὐ μή σε ἐγκαταλίπω» (Ἐβρ. ΙΓ΄ 5). Δυστυχῶς, κάποιοι μᾶς ἔπεισαν ὅτι ὁ θεὸς εἶναι τὸ χρῆμα καὶ ἡ ὕλη καὶ τοιουτοτρόπως μᾶς ἀπεμάκρυναν ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην μας πρὸς τὸν Θεόν. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι συνεχίζουν νὰ ἐμμένουν, πιστεύοντες εἰς τὴν Θείαν μέριμναν, οὔτε διεψεύσθησαν ἀλλ’ οὔτε καὶ πρόκειται νὰ διαψευσθοῦν.

Πορεία ζωῆς

Ἡ παροῦσα ζωὴ εἶναι μικρὰ καὶ παροδική. Εἶναι τὸ «πέρασμα» διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν αἰωνίαν ζωήν. Τὸ νὰ κερδίσωμεν αὐτὴν τὴν μικρὰν καὶ προσωρινήν, εἶναι οὐτοπικὸν καὶ ἀνούσιον, ἀφοῦ ὁ θάνατος θὰ μᾶς ἀπογοητεύῃ πάντοτε. Τὸ νὰ πορευόμεθα ὅμως, ἐπιθυμοῦντες καὶ ἐπιδιώκοντες τὴν αἰωνίαν, εἶναι ἐκεῖνο τὸ οὐσιῶδες, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ θὰ ἐπιτύχωμεν˙ Εἴθε νὰ κατανοήσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς μετὰ τοῦ Κυρίου προσμονῆς καὶ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο τὸ λειτουργικόν, «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν, Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ


                                   Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου

                                Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ 


«Ταβιθά, ἀνάστηθι.» (Πράξ. Θ΄ 36)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Ὁ θάνατος

Εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ ἀδιαπραγμάτευτον, ὅτι μέσα στὰ ἀναρίθμητα γεγονότα ποὺ συμβαίνουν στὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ θάνατος εἶναι τὸ πλέον σκληρὸν καὶ ὀδυνηρόν, μὲ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἄνθρωπος συνεβιβάσθη. Ἀκόμη καὶ ὁ Κύριος, ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, συνέκλαυσεν μετὰ τῶν ἀδελφῶν του, τὸν τεθνεῶτα Λάζαρον, ἔστω καὶ ἂν ὡς Θεὸς στὴν συνέχεια θὰ τὸν ἀναστοῦσε ἐκ τῶν νεκρῶν.
Συνεπῶς, εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ θανάτου, ἦτο καὶ παραμένει δύσκολος καὶ ἀκατόρθωτος ἀφοῦ ἡ ἰδία ἡ ἀνθρωπίνη φύσις εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν ζωήν. Ὁ ἄνθρωπος ἀπεύχεται τὸν θάνατον διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ καὶ αἰσθάνεται ὅτι ὁ θάνατος τοῦ ἄλλου διακόπτει κάθε ἔννοιαν ἐπαφῆς καὶ ἐπικοινωνίας μετ’αὐτοῦ. Ὅσον καὶ ἂν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνῃ ὅτι «οὐκ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει», ἐμπρὸς εἰς τὸν νεκρὸν αἰσθανόμεθα ὅτι ἔπαυσεν κάθε δυνατότης προσβάσεως καὶ ἐπικοινωνίας.

Ἡ ἀνατροπή

Ὅμως, ὁ Κύριος, καὶ μὲ τὰς θαυματουργικὰς ἀναστάσεις νεκρῶν τὰς ὁποίας ἐνήργησεν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας Του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἰδικήν Του προσωπικὴν Ἀνάστασιν, ἀνέτρεψεν τὴν λανθασμένην ἰδέαν τοῦ ἀνθρώπου περὶ τοῦ θανάτου καὶ μᾶς ἔδωσεν ἄλλην προοπτικὴν. «Ποῦ σου θάνατε τὸ κέντρον; ποῦ σου ᾄδη τὸ νῖκος; Ἀνέστη Χριστὸς καὶ σὺ καταβέβλησαι», ἀναφωνεῖ ἐνθουσιωδῶς ὁ μέγας ἐν τοῖς πατράσιν τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴν διδασκαλίαν Του, μὲ τὰ θαύματά Του, κυρίως δὲ μὲ τὴν Ἀνάστασίν Του, διαβεβαιώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ μετὰ τὸν θάνατόν του, συνεχίζει νὰ ζῇ καὶ νὰ αἰσθάνεται. Ὁ θάνατος εἶναι πλέον ἕνα ἁπλοῦν ἐπεισόδιον εἰς τὴν ζωήν μας τὸ ὁποῖον πολλάκις κάποιοι Ἅγιοι ἄνθρωποι, ὄχι μόνον δὲν τὸ ἀπεστράφησαν, ἀλλὰ τοὐναντίον, τὸ ἀνεζήτησαν καὶ τὸ παρεκάλεσαν διὰ νὰ ζήσουν τὴν μετὰ τοῦ Κυρίου δόξαν καὶ εὐφροσύνην.
Τοιοῦτοι ὑπῆρξαν, ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν βεβαιότητα τῆς, μετὰ θάνατον, ζωῆς καὶ ἀφθαρσίας, ἐπεδίωξαν τὸν θάνατον μὲ κάθε τρόπον. Εἴτε διὰ τοῦ μαρτυρίου, εἴτε διὰ τῶν ἐπικλήσεων καὶ καρδιακῶν προσευχῶν τους ἀνεζήτησαν καὶ βιώνουν τὴν μετὰ τοῦ Κυρίου αἰωνίαν ζωὴν καὶ ἀπόλαυσιν.

Ἡ Ταβιθά.

Μία ἁπλῆ χριστιανὴ ἡ ὁποία βιώνει τὴν χριστιανικὴ καὶ ἐνάρετον ζωήν της μέσα ἀπὸ τὴν προσφοράν της πρὸς τὸν συνάνθρωπον. Ἡ ἐλεημοσύνη της εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τὴν διακρίνει ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους χριστιανούς. Πονεῖ ἡ ψυχὴ της ὅταν βλέπει ἀνθρώπους πάμπτωχους. Χωρὶς τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα˙ χωρὶς τὸν ἀπαραίτητο ρουχισμό˙ χωρὶς τὴν στοιχειώδη διατροφή˙ χωρὶς, ἀκόμη καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἄλλοι θεωροῦν ἄχρηστα καὶ περιττά. Καίγεται ἡ καρδία της ὅταν σκέπτεται ὅτι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ κυρίως παιδιά ζοῦν στὴν ἀπόλυτον ἀνέχειαν. Πολὺ θὰ ἤθελε νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας ὅλων ... ὅμως καὶ ἡ ἰδία δὲν ἔχει ...
Ἀνακαλύπτει ὅμως τρόπον διὰ νὰ σταθῇ δίπλα στὸν ἀδύναμον καὶ πτωχὸν συνάνθρωπον! Ἐργάζεται, πλέκοντας καὶ ράβοντας ροῦχα καὶ σκεπάσματα τὰ ὁποῖα προσφέρει δωρεὰν εἰς τοὺς ἀπόρους˙ καὶ ὅσον βλέπει ὅτι, ἀνακουφίζει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν πόνον τῶν, κατὰ Χριστόν, ἀδελφῶν της, τόσον περισσότερον «ἀναλώνεται» εἰς τὴν διακονίαν των. Ἡ ἀδιάκοπος προσφορά της καὶ ἐργασία της, ἐκλόνισαν τὴν ὑγείαν της. Ἡ θεραπεία της ἦτο μὴ ἀναστρέψιμος καὶ ἀδύνατος κατὰ τὰ δεδομένα τῆς, τότε, ἱατρικῆς. Οἱ πτωχοὶ καὶ αἱ χῆρες, βλέποντες ὅτι ὁ ἰδικός των ἄνθρωπος, ἀδυνατεῖ πλέον καὶ ὁδεύει πρὸς τὸν θάνατον, αἰσθάνονται ὄντως ὀρφανοὶ ἀπὸ μίαν ὄντως μητέρα.
Καὶ ἐνῶ ὁ θάνατος ἦλθεν, θέλουν νὰ ἐλπίζουν καὶ νὰ πιστεύουν ἐκεῖνα ποὺ οἱ Ἀπόστολοι τοὺς δίδαξαν. Θέλουν νὰ ξαναδοῦν τὴν ἀγαπημένη τους Ταβιθὰ νὰ ξαναζῇ καὶ νὰ ἐπανέρχεται κοντά τους ὅπως ἀκριβῶς τὴν εἶχαν γνωρίσει. Ἔσπευσαν νὰ εἰδοποιήσουν τὸν Ἀπόστολον Πέτρον, τὸ πνευματικό τους στήριγμα, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουν, «μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν» (Πράξ. Θ΄ 38).

Ὁ Πέτρος ἐγείρει τὴν νεκράν.

«Ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῶ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾿ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς.» (Πράξ. Θ΄ 39). Μία δὲ συγκλονιστικὴ εἰκὼν συμβαίνει πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἀντὶ συγγενῶν, οἱ ὁποῖοι συνήθως εἶναι πλησίον τῶν νεκρῶν, πτωχοὶ καὶ χῆρες καὶ ὀρφανὰ κλαίοντες, δείχνουν εἰς τὸν Πέτρον τὰ ὅσα ἐπρόσφερε ἡ Ταβιθὰ εἰς αὐτούς.
Πιστεύουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν˙ πιστεύουν εἰς τὴν Θείαν Δύναμιν˙ πιστεύουν ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐνεργήσῃ καὶ μὲ τὴν προσευχὴν τοῦ Πέτρου νὰ τὴν ἀναστήσῃ. Ὅπως δὲ εἶχεν βεβαιώσει ὁ Ἴδιος - «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν» - γίνεται τώρα καὶ τὸ θαῦμα. Ὁ Πέτρος μὲ τὴν προσευχήν του ἀνακαλεῖ τὴν Ταβιθὰ εἰς τὴν ζωήν, καὶ ἐκπληρώνεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἐπιθυμία τῶν χριστιανῶν τῆς Ἰόππης.

«καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος»

Ἐνικήθη ὁ θάνατος καὶ μὲ μίαν ἀκόμη νεκρανάστασιν ἐπιβεβαιώνεται ἐκεῖνο ποὺ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἴπομεν. Δὲν ὑπάρχει θάνατος! Καὶ ἂν δὲν συμβαίνουν τοιαῦται νεκραναστάσεις συχνῶς καὶ καθημερινῶς, ἡ ἀλήθεια ἐπεβεβαιώθη! Ἄλλως τε, τὰ θαύματα ἔγιναν καὶ γίνονται, ὄχι τόσον διὰ νὰ ἱκανοποιοῦνται κάποιοι ἄνθρωποι εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετοι, ὅσον διὰ νὰ ἐνισχύεται ἡ πίστις ἡμῶν καὶ νὰ αἰσθανόμεθα ὅτι δὲν μᾶς «περιμένει ἕνας θάνατος» ὡς λέγουν ἴσως οἱ περισσότεροι, ἀλλὰ ἀναμένομεν τὴν αἰωνίαν μετὰ τοῦ Κυρίου μας ζωὴν καὶ μακαριότητα.

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ

                                           Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
                                    Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ 


«Ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους 
 (Πράξ. ΣΤ΄ 3)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Τὸ πρόβλημα

Ἕνα οὐσιῶδες πρόβλημα ἀντιμετωπίζουν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι τὶς πρῶτες ἡμέρες μετὰ τὴν Πεντηκοστή, ὅταν ἤρχισαν νὰ προσέρχονται εἰς τὴν Χριστιανικὴν Πίστιν, πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν. Καὶ τὸ πρόβλημα εἶναι, ὅτι ἀδυνατοῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν κάποιων ἀναγκῶν ὅλου ἐκείνου τοῦ πλήθους τῶν προσερχομένων. Ἡ ἐργασία τῶν Ἀποστόλων εἶναι νὰ κηρύττουν καὶ νὰ κατηχοῦν. Δὲν ἠμποροῦν συνεπῶς νὰ παραγκωνίζουν τὴν κατήχησιν καὶ τὴν διδασκαλίαν, προκειμένου νὰ ἐξυπηρετοῦν ὅλο ἐκεῖνο τὸ πλῆθος, κυρίως εἰς τὰ κοινὰ συσσίτια ὅπου συνέτρωγον.
Ἀπεφάσισαν λοιπόν, νὰ ἐπιλεγοῦν ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν Χριστιανῶν, ἑπτὰ ἄνδρες (καθ’ ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἦτο συμβολικὸς καὶ ἱερὸς εἰς τοὺς Ἐβραίους) διὰ νὰ διακονοῦν τοὺς πρώτους ἐκείνους Χριστιανούς. Ἐκεῖνο ποὺ δημιουργεῖ ἐντύπωσιν εἶναι, ὅτι, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ διακονία τοῦ πλήθους, ἀκούεται δευτερεύουσα ἐργασία καὶ ἀσήμαντος, ἐν τούτοις συνιστᾶται εἰς τὸ πλῆθος ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων, οἱ ἑπτὰ αὐτοὶ διάκονοι νὰ διακρίνονται διὰ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ ἤθους των ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πληρότητά των ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου. «Ἐπισκέψασθε οὖν,  ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας» (Πράξ. ΣΤ΄ 3). Τοῦτο καταδεικνύει, ὅτι ἡ διακονία δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν διανομὴν τῆς τροφῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τήν, ὑπὸ τὴν εὑρυτέραν ἔννοιαν, διακονίαν τῶν πρώτων ἐκείνων Χριστιανῶν.

«Ἄνδρας ... μαρτυρουμένους»

Ὁ ἐπιθετικὸς προσδιορισμός, «μαρτυρουμένους», ὑπογραμμίζει τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν ποὺ θὰ πρέπῃ νὰ ἐπιδείξουν οἱ Χριστιανοὶ εἰς τὴν ἐπιλογήν των. Ἡ λέξις «μαρτυρουμένους», σημαίνει, οἱ ἄνδρες ποὺ θὰ ἐπιλεγοῦν νὰ διαθέτουν τὴν πλήρη ἀποδοχὴν τοῦ πλήθους ἀπὸ κάθε ἄποψιν. Περισσότερον ὅμως, ἀπὸ ἄποψιν πνευματικὴν καὶ ἁγιότητος βίου. Τοῦτο ἐπισημαίνεται ἀκόμη περισσότερον, ἀπὸ τήν, ἐν συνεχείᾳ, προσθήκην, «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας». Ὄχι μόνον δὲν θὰ εἶναι πρόσωπα ἀμφιβόλου ἀξίας, ἀλλὰ θὰ διακρίνονται διὰ τὴν ἀναμφισβήτητον ἁγιότητα καὶ καθαρότητα τῆς ζωῆς των. Θὰ εἶναι τὰ «ζωντανὰ» δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ διακονία τῶν ἑπτὰ ἐκείνων Διακόνων, συνίσταται εἰς τὴν ἐκ τοῦ σύνεγγυς πρόσβασιν αὐτῶν εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ προβλήματα τοῦ πλήθους! Εἰς τὰς ἀναποφεύκτους διενέξεις – τοῦτο ἄλλωστε καταδεικνύεται καὶ ὑπογραμμίζεται εἰς τὸ ἱερὸν κείμενον, «ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν» (Πράξ. ΣΤ΄ 1) – αἱ ὁποῖαι συνέβαινον, εἰς τὰ οἰκογενειακὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἐδημιουργοῦντο, εἰς τὴν διανομὴν τῆς ἐλεημοσύνης καὶ φυσικῶς εἰς τὴν διακονίαν τῆς τραπέζης. Ἡ ἐμπιστοσύνη μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ περιβάλλονται ἀπὸ τὸν λαόν, ἦτο τὸ χαρακτηριστικὸν ἐκεῖνο στοιχεῖον τὸ ὁποῖον καὶ θὰ τοὺς καθιέρωνε εἰς τὰς συνειδήσεις των.
Εἰς τὰς συγκεκριμμένας ἀνάγκας καὶ εἰς πλεῖστας παρομοίας ἄλλας, ἀντιλαμβάνεται ὁ καθεὶς ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσαν οἱ Ἀπόστολοι διὰ τοὺς ἑπτὰ Διακόνους, ἦσαν ἀπολύτως ἀπαραίτητα διὰ τὴν ὑψηλὴν αὐτὴν ἀποστολὴν τὴν ὁποίαν ἐκαλοῦντο νὰ διεκπεραιώσουν. Ἄνθρωποι ἅγιοι, χωρίς, εἰ δυνατὸν, τὰ κοινὰ πάθη καὶ τὰς ἀνθρωπίνας ἀδυναμίας, μὲ ἀνιδιοτελὴ ἀγάπην, μὲ ἀκατάγνωστον διαγωγήν, μὲ ἀκεραιότητα ἤθους. Ἕτοιμοι, ἀκόμη καὶ διὰ τὴν κατήχησιν ἀλλὰ καὶ βάπτισιν αλλοεθνῶν καὶ εἰδωλολατρῶν, ὡς ὥρισεν ὁ Κύριος εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ εὐνούχου ὑπὸ τοῦ Διακόνου Φιλίππου. Ἕτοιμοι, διὰ τὴν οἵανδήποτε βοήθειαν, διὰ τὴν στήριξιν τῶν πιστῶν, διὰ τὴν πνευματικὴν κατάρτισιν, διὰ τὴν ὁμολογίαν, ἀκόμη καὶ διὰ τὸ μαρτύριον - ὅπως συνέβη εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ πρώτου τῶν Διακόνων, τοῦ Στεφάνου.

Ἡ εὐθύνη τοῦ «διακόνου» ἔναντι τοῦ «διακονουμένου»

Θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ κάποιος ὅτι, ἡ διακονία, εἰς τὴν πρώτην ἐκείνην Χριστιανικὴν κοινωνίαν, εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν προσφορὰ ἀγάπης εἰς τὸν συνάνθρωπον. Ὁ ὑπηρετὼν διάκονος, εἶναι ἡ εἰκών τοῦ Χριστοῦ˙ - ὅπως Ἐκεῖνος «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι», τοιουτοτρόπως καὶ ὁ διάκονος διακονεῖ ἀγογγύστως καὶ ἀδιαμαρτυρήτως τὸν πλησίον. Φέρει εὐθύνην ἔναντι τοῦ διακονουμένου καὶ ὀφείλει νὰ ἀκολουθῇ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου. «Εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας, ὁ Κύριος καὶ ὁ Διδάσκαλος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας» (Ἰωάν. ΙΓ΄ 14). Ὁ Διάκονος τοῦ Χριστοῦ, διακονεῖ ὑποτιμὼν τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ παραλλήλως, μᾶλλον τιμᾶται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ προέχει τῶν ἄλλων, διότι ὁ ὑπηρετὼν τὸν πλησίον, ὑπηρετεῖ τὸν Θεόν. Τοῦτο διδάσκει ὁ Διδάσκαλος, ὅταν ὡς κριτήριον δικαιώσεως, εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Μελλούσης κρίσεως τονίζει, «ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. ΚΕ΄ 40).
Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἡ διακονία καὶ προσφορὰ εἰς τὸν πλησίον, λαμβάνει ἀξίαν τεραστίαν καὶ ἡ οὐράνιος ἀπολαβὴ τοῦ διακονοῦντος θὰ εἶναι ἡ ἐκ δεξιῶν τοῦ Δεσπότου παράστασις. Αὐτὴν τὴν σωτήριον διακονίαν ἐπέλεξαν καὶ ἐβίωσαν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἡ βίωσις καὶ ὁ ἁγιασμός.

Εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν περισσεύει ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ φιλαυτία˙ ὅπου ὁ ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ βλέπῃ τίποτε ἄλλο πλὴν τοῦ ἑαυτοῦ του˙ ὅπου ἔχει πάψει πρὸ πολλοῦ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἡ ἀγάπη διὰ τὸν ἄλλον˙ ὅπου ὁ ἄλλος δὲν εἶναι ὁ ἐν Χριστῷ ἀδελφός, ἀλλὰ μᾶλλον ἐχθρὸς καὶ ἀντίπαλος˙ ὅπου τὸ πλησίασμα στὸν ἄλλον δὲν γίνεται ἀπὸ ἀγάπην ἀλλὰ πάντοτε σχεδὸν κερδοσκοπικῶς˙ οἱ Διάκονοι τῆς σημερινῆς Ἀποστολικῆς περικοπῆς, μᾶς ὑποδεικνύουν τὴν διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ ἀνυστεροβούλου ὑπηρεσίας τοῦ συνανθρώπου, ἀρίστην ὁδόν, τὴν ἀπάγουσαν εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν.
Ἡ, διὰ τῆς διακονίας τοῦ συνανθρώπου, ἐκφραζομένη ἀγάπη, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἔχει ἀνάγκην σήμερα ὁ κόσμος, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ὀρθοποδήσῃ πνευματικῶς καὶ νὰ ἴδη μίαν κοινωνίαν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐπικρατῇ ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη. Εἶναι ἐκεῖνο ποὺ εὔχονται οἱ ἄνθρωποι καὶ τὸ ὁποῖον θὰ πραγματώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Κυρίου μας καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέδειξεν νὰ εὐχόμεθα˙ Κύριε, «ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου». Ἀμὴν.

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ

                                 Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου

                                        Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΟΥ  ΘΩΜΑ  (5  ΜΑΪΟΥ  2019)

ΧΡΙΣΤΟΣ  ΑΝΕΣΤΗ

"Ἄγγελος δὲ Κυρίου ... ἤνοιξε τὰς θύρας τῆς φυλακῆς" (Πράξ. Ε΄ 19)

Τὰ θαύματα!  

Θαύματα πολλά, μᾶς ἀναφέρει ἀλλὰ καὶ μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸν Ἀποστολικὸν Ἀνάγνωσμα. Θαύματα, τὰ ὁποῖα δὲν γίνονται διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ "διὰ ... τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων" (Πράξ. Ε΄ 12). Θαύματα τόσον ἔντονα καὶ θαυμαστά, τὰ ὁποῖα ἀποκαλεῖ τὸ ἱερὸν κείμενον, "σημεῖα καὶ τέρατα". Θὰ ἐλέγομεν ὅτι ἐπαληθεύεται εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, ὁ Λόγος ἐκεῖνος, ἢ μᾶλλον, ἡ ὑπόσχεσις ἐκείνη ποὺ ἔδωκεν ὁ Κύριος εἰς τοὺς Μαθητάς Του καὶ γενικῶς, εἰς τοὺς πιστεύοντας εἰς Αὐτόν, "ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει" (Ἰωάν. ΙΔ΄ 12). Θαύματα διὰ τῶν ὁποίων ὁ Κύριος, - διότι Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐνεργῶν καὶ θαυματουργῶν καὶ δίδων τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμιν εἰς τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, νὰ ποιοῦν τὰ σημεῖα αὐτὰ καὶ τὰ τέρατα - συνεχίζει νὰ πείθῃ καὶ τοὺς πλέον δυσπίστους Ἐβραίους, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀληθινὸς Θεός, ὁ Ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν.
Θαύματα, ποὺ ἂν προσέξωμεν κάποιες χαρακτηριστικὲς λέξεις τοῦ ἱεροῦ κειμένου, δὲν ἀφήνουν περιθώρια ἀμφισβητήσεως καὶ ἀρνήσεως.  Τοὐναντίον, συγκλονίζουν καὶ "ταρακουνοῦν" ἀκόμη καὶ τὰς σκληροτέρας καρδίας καὶ διὰ τοῦτο, "προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ Κυρίῳ πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν" (Πράξ. Ε΄14). Ἀκόμη καὶ ἡ σκιὰ τοῦ διερχομένου Ἀποστόλου Πέτρου, ὅταν ἐπεσκίαζεν κάποιον ἐκ τῶν ἀσθενῶν, ἀρκοῦσεν, - συνηγορούσης, βεβαίως, τῆς πίστεως τοῦ ἀσθενοῦντος - διὰ νὰ φέρῃ τὴν ποθουμένην σωματικὴν ὑγείαν.

Τὰ θαύματα ... σήμερον!

Γίνονται ὅμως σήμερον, θαύματα; Ἀκούεται συχνάκις τοῦτο τὸ ἐρώτημα καὶ ἐκ τῶν, ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐκ τῶν συνειδητῶν, λεγομένων, Χριστιανῶν. Ἄλλοι, στηρίζονται εἰς τὰ θαύματα διὰ νὰ ἐνισχύουν τὴν πίστιν των καὶ ἄλλοι ἀναζητοῦν τὴν πίστιν μέσῳ ... τῶν θαυμάτων˙ καὶ ὅταν συμβαίνῃ κάποιο "ἐξόφθαλμο" καὶ ἀναμφισβήτητον θαῦμα, οἱ μὲν πρῶτοι χαίρουν καὶ κρατοῦν τοῦτο ὡς τὸ ἀδιάσειστον ἐπιχείρημά τους, κυρίως εἰς τὰς πρὸς τοὺς ἄλλους συζητήσεις καὶ λογομαχίας˙ δι’ ἐκείνους δέ, τοὺς ἀναζητοῦντας ἀποδείξεις διὰ ... νὰ πιστεύσωσι, πέραν τοῦ πρώτου ἐνθουσιασμοῦ, κρατοῦσι τὴν ἀπιστίαν των, θέλοντες κάτι ... ἀκόμη πιὸ ἔντονον καὶ θαυμαστόν.
Ὅμως τὰ θαύματα γίνονται! Ὄχι, βεβαίως, διὰ νὰ πείσωσι τοὺς ἀπίστους καὶ δυσπίστους, οὔτε, ἀσφαλῶς, διὰ νὰ ... κρύπτωμεν τὴν πίστιν μας ὄπισθεν τούτων καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιῶμεν ὡς ἀποδείξεις τῆς ... ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ! Τὰ θαύματα γίνονται διὰ νὰ ἐκδηλώνῃ ὁ Κύριος τὴν Ἀγάπην Του πρὸς ἡμᾶς καὶ διὰ νὰ παρρηγορούμεθα ἡμεῖς διαβαίνοντες ἐν μέσῳ τῶν ποικίλων πειρασμῶν τῆς προσκαίρου ταύτης ζωῆς. Ἕνα θαῦμα ἐζήτησεν ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς, ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, - (Λουκ. ΙΣΤ΄ 27-28) - προκειμένου νὰ πεισθοῦν οἱ πέντε ἀδελφοί του καὶ ζήσωσιν ἐναρέτως˙ ὅμως ὁ Ἀβραὰμ ἀπαντᾷ εἰς τὴν πρόκλησιν ταύτην, - θὰ ἐλέγομεν - μὲ τὴν καταλυτικὴν φρᾶσιν, "ἔχουσι Μωυσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν". Καὶ ὅταν ἐπανέρχεται ὁ πλούσιος "ἐνισχύοντας" τὸ ἐπιχείρημά του ὅτι, "οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν", λαμβάνει ἐκ νέου τὴν ἀπάντησιν ὅτι, "εἰ Μωυσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται" (Λουκ. ΙΣΤ΄ 29-31).
Θαύματα γίνονται, καὶ μάλιστα ἰδιαιτέρως ἔντονα καὶ κραυγαλέα! Ὁ ἄνθρωπος ὅμως βλέπει; πιστεύει; πείθεται διὰ τῶν θαυμάτων νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἁμαρτωλὸν ζωὴν καὶ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας; Τότε, τὴν πρώτην ἐκείνην Ἀποστολικὴν περίοδον, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπακολουθήσασαν φοβερὰν ἐποχὴν τῶν διωγμῶν, τὰ θαύματα ἦσαν ἀλλεπάλληλα καὶ καθημερινὰ καὶ οἱ ἄπιστοι ἤρχοντο πρὸς τὴν Ἁγίαν Πίστιν τοῦ Χριστοῦ κατὰ χιλιάδας! Εἶχον μέσα τους μίαν πνευματικὴν ἀνησυχίαν καὶ ἀνεζήτουν τὴν ἀλήθειαν˙ καὶ τὸ θαῦμα, συνετάρασσεν αὐτοὺς καὶ ἤλλαζον ἅμεσα. Καὶ ἐνῶ ἔσπευδον εἰς τὰ ἀμφιθέατρα καὶ τὰ κολοσσαῖα τῆς Ρώμης διὰ νὰ "ἀπολαύσουν" τὰς κατασπαράξεις τῶν Χριστιανῶν ὑπὸ τῶν ἀγρίων θηρίων, ἕν θαῦμα μετέτρεπεν ὅλους ἐκείνους τοὺς χειροκροτητὰς τοῦ ἐγκλήματος, εἰς "ἐθελόθυτα θύματα" διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου. Τοιαύτας περιπτώσεις καὶ ὁμαδικὰς στροφὰς πρὸς τὴν Χριστιανικὴν πίστιν, ἔχομεν πάρα πολλὰς εἰς τὴν ὀδυνηρὰν ἐκείνην περίοδον τῶν διωγμῶν καὶ τοῦ ... αἵματος!
Σήμερον τὰ θαύματα γίνονται, ἀλλὰ σίγουρα ἐλιγόστευσαν! Συνέβη δὲ ἡ ὀλιγόστευσις αὕτη, διότι, ἀφ’ ἑνὸς μέν, ἡ θαυμαστὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας μέσῳ τῶν αἰώνων ... ἐπαρκεῖ, διὰ νὰ μᾶς πείθῃ περὶ τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου, τὸ θαῦμα σήμερον, κυρίως διὰ τοὺς ἀπίστους, οὔτε πείθει πλέον, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐρεθίζει καὶ ἐκνευρίζει! Πόσην πολεμικὴν δὲν ὑφίσταται σήμερον τὸ θαῦμα τῶν θαυμάτων, τὸ ἀνατέλλον ἐκ τοῦ Παναγίου Τάφου, Ἅγιον Φῶς; Ἓν Θαῦμα τόσον ἐμφανὲς, τόσον συγκλονιστικόν, τόσον ἀδιαφιλονείκητον, τόσον αὐταπόδεικτον ... Τοὺς μὲν πιστούς, τοὺς χαροποιεῖ καὶ τοὺς εὐφραίνει, τοὺς δὲ ἀπίστους, τοὺς ἐξαγριώνει καὶ ... δὲν θέλουν οὔτε κἂν νὰ πληροφοροῦνται ὅτι ... συνέβη! Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ θαῦμα τὸ ... μοναδικόν! Καθ’ ἡμέραν σχεδόν, εἴτε ἀπὸ ἱερὰ προσκυνήματα, εἴτε ἀπὸ Ἱερὰς Εἰκόνας τοῦ Κυρίου, τῆς Θεοτόκου, τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀλλὰ καὶ πολλῶν Ἁγίων, ἔχομεν θαυμαστὰς ἐνεργείας καὶ θεραπείας τὰς ὁποίας ὅμως, οἱ ... μὴ θέλοντες, ἀποσιωποῦσι καὶ θάπτουσι! Ἔρχονται ὅμως εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος διὰ τῶν τόσων καὶ ποικίλων τρόπων ποὺ διατίθενται σήμερον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐνημερώσεως. Εἴδομεν, ὅμως, κάποιαν συγκλονιστικὴν ἐπιστροφὴν καὶ μετάνοιαν; Ἴσως, βεβαίως, καὶ νὰ συνέβη ἢ καὶ νὰ συμβαίνῃ! Ὅμως, εἶναι σήμερον, τόσον ἀσθενὴς ὁ "κρότος" ἑνὸς θαύματος - ὡς μὴ ὤφειλε - ὥστε ἀκόμη καὶ εἰς χριστιανικὰς καρδίας, νὰ μὴν δημιουργῇ τὴν παραμικρὰν συγκίνησιν.

Διατί ζητοῦμεν θαύματα;

Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο, χωροῦσι πολλαὶ ἀπαντήσεις. Τόσαι, ὥστε, θὰ ἐλέγομεν ὅτι ἀριθμοῦνται κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ζητούντων τὸ θαῦμα! Ἄλλοι, ζητοῦσι τοῦτο, διὰ τὴν θεραπείαν ἀσθενειῶν ἀνιάτων˙ ἄλλοι, ζητοῦσι τοῦτο, ὡς ἀπόδειξιν, ὡς προείπωμεν, τῆς πίστεώς των˙ ἕτεροι, θέλουσι τὸ θαῦμα, ὡς μέσον πιέσεως καὶ ... καταναγκασμοῦ καὶ πειθοῦς πρός τινας ἀδιαφόρους. Ἄλλοι, τέλος, ἀναζητοῦσι τὰ θαύματα, διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς περιεργείας των! Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς περιπτώσεις, λέγομεν σαφῶς, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη συμβῇ ἕν θαῦμα, ... οὐδεμίαν ὠφέλειαν θὰ ἐπιφέρῃ!
Ἂς παρακαλοῦμεν τὸν Θεόν, νὰ μᾶς δίδῃ πνευματικὴν ὅρασιν, καὶ τότε θὰ βλέπομεν, καὶ ... τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδικὴν μας ἁμαρτωλότητα. Τοῦτο δέ, θὰ εἶναι καὶ τὸ μεγαλύτερον ... Θαῦμα!!!

ΑΛΗΘΩΣ  ΑΝΕΣΤΗ

                                            Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου

                                     Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

«οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ
παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις» (Πράξ. Α΄ 3)

Τὸ μοναδικὸν γεγονός

Ἂν ὁ ἄνθρωπος προσπαθοῦσε νὰ ἀξιολογήσῃ τὰ γεγονότα ποὺ ἔχουν συμβεῖ στὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ γενέσεως κόσμου ἕως καὶ σήμερον, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὴν παραδεχθῇ, ὅτι τὸ κορυφαῖο καὶ ἀσύγκριτο καὶ ἀπλησίαστο σὲ ἀξία, εἶναι ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἴτε τὴν δέχεται, εἴτε τὴν ἀπορρίπτει, εἴτε τὴν πιστεύει, εἴτε τὴν ἀρνεῖται, δέχεται ὅμως ὅτι, ἐὰν ὄντως συνέβη, εἶναι τὸ μοναδικὸ γεγονός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου, ὅποιοδήποτε ἄλλο ὠχριᾷ καὶ ὑποχωρεῖ.
Ἕνεκα, συνεπῶς, αὐτῆς τῆς μοναδικότητος τὴν ὁποίαν κατέχει, τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ συνέβη ἕως σήμερον ποὺ γράφονται αἱ παροῦσαι σκέψεις, εὗρεν ἀπείρους ἀρνητὰς καὶ ἀμφισβητητὰς ἀλλὰ καὶ πλήθη ἀναρίθμητα ὑπερασπιστῶν καὶ πιστῶν προσκυνητῶν. Εἶναι τὸ «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» ἐνώπιον τοῦ ὁποίου, ἄλλοι προσκυνοῦν ... καὶ ἄλλοι μαίνονται καὶ βλασφημοῦν. Εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος ἐκεῖνος λίθος ἐπί τοῦ ὁποίου ἄλλοι θὰ στηρίζονται καὶ θὰ ἐνισχύεται ἡ πίστις των καὶ ἄλλοι θὰ συντρίβονται στὴν προσπάθειάν των νὰ συντρίψουν καὶ νὰ ἐξαφανίσουν τοῦτο τὸ γεγονός.

Ἡ ἀποσιώπησις καὶ συκοφάντησις

Ἀπὸ τὴν στιγμὴν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρός μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἤρχισεν ἡ προσπάθεια ἀποσιωπήσεως καὶ συκοφαντήσεως τοῦ γεγονότος, ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν τῶν Ἐβραίων. Τοῦτο δέ, διότι ἡ Ἀνάστασις τοῦ, ὡς πλάνου καταδικασθέντος καὶ Σταυρωθέντος Ἰησοῦ πρὸ δύο μόλις ἡμερῶν, καθιστοῦσε τούτους δολοφόνους ἑνὸς Ἁγίου καὶ ἀθώου. Βεβαίως, ἡ προσπάθεια αὕτη ἔγινε στηριζομένη εἰς πολὺ σαθρὰ ἐπιχειρήματα. Παρήγγειλαν εἰς τοὺς φύλακας τοῦ τάφου, «εἴπατε ὅτι οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς ἐλθόντες ἔκλεψαν αὐτὸν ἡμῶν κοιμωμένων. Καὶ ἐὰν ἀκουσθῇ τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἡγεμόνος, ἡμεῖς πείσομεν αὐτὸν καὶ ὑμᾶς ἀμερίμνους ποιήσομεν» (Ματθ. ΚΗ΄ 13-14).
Εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ σιωπήσουν οἱ φύλακες καὶ νὰ ἀποκρύψουν τὸν τρόμον τους; Πόσον θὰ ἠδύναντο κάποια «ἀργύρια», ἀκόμη καὶ πολλά, νὰ κρατήσουν ἀπόκρυφο ἕνα τέτοιο γεγονός; Ὅταν μάλιστα ὁ Κύριος ἤρχισε νὰ ἐμφανίζεται εἰς τὰς Μυροφόρους καὶ εἰς τοὺς Μαθητάς Του κατ’ ἐπανάληψιν˙ ὅταν δὲν ὑπάρχει τὸ παραμικρὸν στοιχεῖον τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβεβαιώνῃ ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη καὶ τὰ ὀθόνια κείτονται μόνα εἰς τὸν τάφον καὶ μαρτυροῦν τὸ ἀντίθετον˙ ὅταν, ἀντὶ νὰ τιμωρηθοῦν οἱ στρατιῶται διὰ «παράβασιν καθήκοντος» (ἀφοῦ ὁμολογοῦν ὅτι «ἡμῶν κοιμωμένων»), πριμοδοτοῦνται˙ ὅταν οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἰησοῦ παραμένουν κεκρυμμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἀρνοῦνται τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὰς γυναίκας αἱ ὁποῖαι τοὺς βεβαιώνουν ὅτι εἶδον τὸν Ἀναστάντα˙ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν διαρρεύσῃ τὸ τοιοῦτον γεγονός; Ἀκόμη δὲ περισσότερον, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκρυβῇ τοῦτο τὸ γεγονὸς ὅταν, τὴν  «διαρροήν» του τὴν ἀναλαμβάνει ὁ ἴδιος ὁ Ἀναστάς;

«ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις»

Αἱ ἀποδείξεις καὶ τὰ τεκμήρια τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας, εἶναι, θὰ ἐλέγομεν, περισσότερον ἰσχυρὰ ἀπὸ ὅσον θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ διαπιστώσῃ. Αἱ περισσότερον δὲ ἰσχυραὶ ἀποδείξεις, μᾶς προσφέρονται, - καὶ τοῦτο ἴσως ἀκούεται ὀξύμορον - ἀπὸ τοὺς ἰδίους τοὺς ἐχθροὺς καὶ σταυρωτὰς τοῦ Ἰησοῦ. Ἤδη προαναφέραμεν μερικὰς περιπτώσεις εἰς τὰς ὁποίας οἱ Ἐβραῖοι εἰς τὴν ἀγωνιώδη προσπάθειάν των ὅπως ἀποσιωπήσουν τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως, διαφημίζουν καὶ προβάλλουν αὐτὴν περισσότερον καὶ ἐντονώτερον.
Ποία ἆραγε ἰσχυροτέρα ἀπόδειξις θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, παρὰ ἡ κίνησις τῆς ἡγεσίας τῶν Ἐβραίων νὰ χρηματοδοτήσουν τοὺς φύλακας τοῦ Τάφου καθ’ ἥν στιγμὴν μάλιστα θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς καλέσουν εἰς ἀπολογίαν καὶ νὰ τιμωρηθοῦν παραδειγματικῶς; Πολὺ σαθρὰ ἐπίσης ἡ δικαιολογία τῆς ὁμαδικῆς ὑπνώσεως τῶν μελῶν τῆς κουστωδίας καὶ δὴ ἐν ὥρᾳ καθήκοντος! Ἀκόμη δὲ ἀστειότερον τὸ «ἐπιχείρημα» τῆς κλοπῆς ἑνὸς πτώματος τὸ ὁποῖον ἀκόμη ... παραμένει κεκρυμμένον ὑπὸ τῶν μαθητῶν τὸσον «ἀσφαλῶς», ποὺ ἀκόμη δὲν ... εὑρέθη !!! Στοιχειωδῶς, ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ προνοήσουν καὶ νὰ ἐξαφανίσουν τὰ «ὀθόνια ... καὶ τὸ σουδάριον ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς Αὐτοῦ» τὰ ὁποῖα, «μερίμνησαν» οἱ «κλέπται» μαθηταί Του νὰ τὰ ἀφήσουν μέσα εἰς τὸν Τάφον - διατὶ ἆραγε;;; - καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ διαδικασία ὑπὸ τὸν κίνδυνον, μήπως ἐξυπνήσουν οἱ «ὑπνοῦντες» φύλακες !!! Ὦ ἀνόητοι ἐχθροὶ τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του «Τίς εἶδε; τίς ἤκουσε νεκρὸν κλαπέντα ποτέ; μάλιστα ἐσμυρνισμένον καὶ γυμνόν, καταλιπόντα καὶ ἐν τῷ τάφῳ τὰ ἐντάφια αὐτοῦ;» (Στιχηρὸν τῶν Αἴνων τοῦ πλ. Α΄ ἤχου).
Ὅμως, καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀναστὰς Κύριος, ὡς ἠκούσαμεν εἰς τὸ Ἀποστολικὸν ἀνάγνωσμα, «ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι’ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος» (Πράξ. Α΄ 3), δίδει καὶ εἰς τοὺς Ἀποστόλους ἀλλὰ καὶ εἰς κάθε καλόπιστον μελετητήν, τὰς ἀπαραιτήτους ἐκείνας ἀποδείξεις διὰ τὴν Ἀνάστασίν Του ὡς αὗται περιγράφονται καὶ εἰς τοὺς τέσσαρας Εὐαγγελιστάς, κατ’ ἐξοχὴν δὲ εἰς τὸν Εὐαγγελιστὴν Λουκάν. Καὶ ὁ χῶρος ἀλλὰ καὶ ὁ χρόνος μᾶς περιορίζουν ἀπείρως. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καταγράψωμεν πληθώραν ἀποδείξεων˙ περιοριζόμεθα ὅμως εἰς δύο πολὺ χαρακτηριστικὰς.
Πρώτην θεωροῦμεν τὰς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου εἰς τοὺς μαθητὰς ἀφ’ ἑνὸς καὶ μετὰ μίαν ἑβδομάδα καὶ εἰς τὸν Θωμᾶν. Ἀξίζει ἐδῶ νὰ ὑπογραμμίσωμεν ὅτι οἱ μαθηταὶ ἀπιστοῦν εἰς τὸν ἐμφανιζόμενον Ἰησοῦν καὶ ὁ Θωμᾶς ἀπαιτεῖ, διὰ νά πιστεύσῃ, ὄχι μόνον νὰ ἴδη ἀλλὰ καὶ νὰ βάλῃ τὸ δάκτυλόν του εἰς τὸν τῦπον τῶν ἥλων καὶ νὰ βάλῃ τὴν χεῖρα του εἰς τὴν πλευρὰν Αὐτοῦ. Ὁ καθεὶς ἀντιλαμβάνεται ἀπὸ τὴν παροῦσαν συμπεριφοράν, πόσον «κλέπται» τοῦ νεκροῦ Ἰησοῦ «ἀποδεικνύονται» οἱ Μαθηταί.
Δευτέραν δὲ ἀπόδειξιν ἄκρως χαρακτηριστικήν, νομίζομεν τήν, ἐν συνεχείᾳ στᾶσιν καὶ συμπεριφορὰν τῶν Ἀποστόλων, ὅταν οὗτοι πορεύονται εἰς τὰ ἔθνη ὅπως φέρουν τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως εἰς τὸν «κόσμον ἅπαντα». Ἡ ἀποφασιστικότης καὶ ὁμολογία των, τὸ ἀτρόμητον εἰς τὰς ἀπειλὰς τὰς ὁποίας δέχονται, ἀλλὰ καὶ ἡ προθυμία των εἰς τὸν μαρτυρικὸν καὶ ὁδυνηρὸν θάνατον, καταδεικνύουν περιτράνως τὴν ἀλήθειαν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας

Τὸ Ἅγιον Φῶς

Μίαν ἀκόμη ἀπόδειξιν, ὡς κατακλεῖδα εἰς τὴν παροῦσαν, θεωροῦμεν τὴν θαυμαστὴν ἐμφάνισιν τοῦ Παναγίου Φωτὸς κατ’ ἔτος τὸ Μέγα Σάββατον τὴν μεσημβρίαν, ἀναδυόμενον ἐκ τοῦ Παναγίου Τάφου. Πολλὰ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ γράψωμεν ἐπ’αὐτοῦ. Ἴσως μᾶς δοθῇ ἡ εὐκαιρία ἄλλην στιγμὴν νὰ καταθέσωμεν καὶ τὰς ἐμπειρίας καὶ τὰς ἀπόψεις μας.

ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ

                                                                                           Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου

                                                                                 Ἱεροκῆρυξ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

«... ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, 
ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, 
εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, 
ταῦτα λογίζεσθε˙» (Φιλιπ. Δ΄ 8)

Ἐνῶ εὑρισκόμεθα ὀλίγα μόλις «βήματα» πρὸ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Ἑβδομάδος, τὰ παραπάνω λόγια τοῦ Θείου Ἀποστόλου Παύλου ἴσως εἶναι ἡ καλύτερη προϋπόθεσις καὶ προετοιμασία διὰ νὰ βιώσουμε τὰ Ἄχραντα Πάθη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο δέ, διότι ἡ βίωσις τῶν Ἀχράντων Παθῶν τοῦ Σωτῆρος μας, συνιστᾷ ὄχι μόνον προσοχὴ καὶ καθαρότητα εἰς τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια μας, ἀλλὰ κυρίως εἰς τοὺς λογισμούς μας. Βεβαίως ἡ καθαρότης αὐτὴ ἀπαιτεῖται κάθε στιγμὴ στὴ ζωή μας. Ὅταν ὅμως εὑρισκόμεθα εἰς ἁγίας ἡμέρας καὶ ἑορτάζομεν γεγονότα ἅγια, τότε ἡ προσοχή μας πρέπει νὰ εἶναι περισσότερον τεταμένη.

Ἱερὸν ἄσυλον

Συμβαίνει πολλὲς φορές, νὰ αἰσθανόμεθα κάποιαν ἀσφάλειαν ὅταν θεωρῶμεν ὅτι ἔχομεν τὴν ἄνεσιν νὰ σκεπτώμεθα ἐλευθέρως καὶ νὰ διατηρῶμεν ἀπαραβίαστον καὶ ἀπρόσιτον, τὸν λογισμὸν καὶ τὴν καρδίαν μας. Νιώθουμε ὅτι δικαιούμεθα νὰ «ἐνεργοῦμεν» διὰ τοῦ λογισμοῦ καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν μας, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἠδυνάμεθα, ἢ ἴσως καὶ δὲν θὰ ἐτολμούσαμεν νὰ πράξωμεν, παρουσίᾳ ἄλλων ἀνθρώπων. Ἄσυλον, λοιπὸν ὁ λογισμός μας, ἴσως δέ, ἱερὸν ἄσυλον, διότι ἔτσι μᾶς τὸ παρέδωσεν ὁ Κύριος καὶ ἀνήκει πλέον εἰς τὴν ἀπόλυτον καὶ ἐλευθέραν διαχείρησίν μας.
Ἐνῶ ὅμως, οὐδεὶς δύναται νὰ προσεγγίσῃ ἔστω καὶ εἰς τὸ ἐλάχιστον τὸν λογισμόν μας, οὔτε ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ πειρασμός, - ὁ ὁποῖος δύναται μὲν νὰ ἐνσπείρῃ σκέψεις καὶ νὰ εἰκάζῃ τὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαλογισθῶμεν, δὲν δύναται ὅμως νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς τὴν σκέψιν ἡμῶν - ὁ Κύριός μας ὡς, ὁ τῶν κρυφίων γνώστης ἀλλὰ καὶ δημιουργὸς ἡμῶν, ἔχει ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν ὅσων ὁ ἄνθρωπος διαλογίζεται. Ἡ παγγνωσία δὲ τοῦ Δημιουργοῦ μας δὲν τελειώνει μόνον ἐδῶ, ἀλλὰ προχωρεῖ εἰς δυσθεώρητα βάθη καὶ ὕψη καὶ πλάτη καὶ καλύπτει μὲ πλήρη ἀκρίβειαν καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ. Ἐπὶ παραδείγματι, τὸ τὶ θὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον καὶ τὶ ... θὰ πράξωμεν καὶ τὶ ... θὰ εἴπωμεν καὶ τὶ ... θὰ σκεφθῶμεν, ἀλλὰ καὶ τό, εἰς ποίαν χρονικὴν στιγμήν, ... «καὶ οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ» (Ἐβρ. Δ΄ 13).
Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ μόνον ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας, ὑποχωρεῖ τὸ ἀπαραβίαστον τοῦ ἱεροῦ ἀσύλου τῶν σκέψεών μας. Μόνον ὁ Θεὸς ἔχει ἅμεσον καὶ ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν ὅσων κατεργάζεται ὁ ἀνθρώπινος νοῦς καὶ ἡ ἀνθρωπίνη καρδία. Τοῦτο δέ, ἀκούεται κάπως πικρὸν εἰς τὸν ἀνυπότακτον ἄνθρωπον ἀφοῦ πλέον θὰ πρέπῃ νὰ ἐλέγχῃ τὸ κάθε τι ποὺ εἰσέρχεται εἰς τὰ ἐνδότερά του.

Ἡ ἀρχὴ τῆς πτώσεως καὶ ἡ ἁμαρτία

Μολύνεται ἀλλὰ καὶ ἁγιάζεται ἀντιστοίχως ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὰς σκέψεις του καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν ἐκεῖ στὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλίαν Του ὑπογραμμίζῃ ὅτι, «ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. Ε΄ 28).
Εἰς τὸν νοῦν λοιπὸν ἐνσπείρεται ἐν πρώτοις τὸ κακὸν ὑπὸ τὴν μορφὴν λογισμοῦ. «Οἱ κακοὶ λογισμοὶ, λόγοι δαιμόνών εἰσι καὶ παθῶν πρόδρομοι», λέγει ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος˙ καὶ τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ πειρασμὸς γνωρίζει τὸ πῶς θὰ προσεγγίσῃ τὸν ἄνθρωπον καὶ πῶς θὰ τὸν πείσῃ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἁμαρτίαν. Εἰσέρχεται διὰ τῶν αἰσθήσεων εἰς τὸν νοῦν καὶ ἐκεῖ ὑποβάλλει, ὁ πεπειραμμένος αὐτὸς διδάσκαλος τοῦ κακοῦ καὶ τῆς παρανομίας τὸ ἀπηγορευμένον καὶ ἐφάμαρτον. Ἐν συνεχείᾳ ὁ πεπωρωμμένος ἄνθρωπος τὸ ἀποδέχεται ἢ ἴσως ἀνανίπτων, τὸ ἀπορρίπτει. Καὶ ἂν μὲν τὸ ἀποδεχθῇ, ἤδη ἡ ἁμαρτία συνετελέσθη κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ βαρύνει τὸν ἄνθρωπον. Ἐὰν ὅμως ἀπορριφθῇ τὸ κακὸν ἀπὸ τὸν νοῦν ὡς ἀπαράδεκτον καὶ ἐφάμαρτον, τότε ὁ ἄνθρωπος παραμένει καθαρὸς καὶ ἀθῶος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὅταν δὲ ὁ νοῦς δεχθῇ καὶ συγκατατεθῇ εἰς τὴν ἁμαρτίαν, τότε ὁ ἁμαρτωλὸς λογισμὸς γίνεται ἐπιθυμία τῆς καρδίας καὶ στὴν συνέχεια ὁ ἄνθρωπος, δοῦλος πλέον τῆς κακῆς του ἐπιθυμίας, πράττει τὸ κακόν.

Ὁ ἁγιασμὸς τῆς ψυχῆς

Τὴν ἰδίαν ἀκριβῶς πορείαν ἀκολουθεῖ ἀντιστοίχως καὶ ἡ ἐνάρετος πρᾶξις. Ὑπὸ τὴν μορφὴν λογισμοῦ εἰσέρχεται εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ ἀντιθέτως πρὸς τὸ κακόν, ἁγιάζει τὸν ἄνθρωπον. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐστιάζει τὴν προσοχήν του ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ μᾶς παροτρύνει νὰ σκεπτώμεθα καὶ νὰ ἐπιθυμοῦμεν, « ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος» (Φιλιπ. Δ΄ 8). Μὲ τὸν ἀγαθὸν λογισμὸν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εὑρίσκει τόπον εἰς τὴν ἀγωνιζομένην ψυχήν, καὶ ἐνεργεῖ ἁγιάζουσα τὸν χριστιανόν. Ὁ Κύριος πλέον ὑπερασπίζεται τὸν κοπιῶντα καὶ παλαίοντα πρὸς τοὺς ἀοράτους ἐχθροὺς καὶ ἀπαλλάσσει τοῦτον τοῦ ψυχικοῦ μολυσμοῦ.
Γνωρίζομεν, δυστυχῶς, ὅτι οἱ πονηροὶ καὶ ἀκάθαρτοι λογισμοὶ περνοῦν εὐκολώτερον καὶ εἰς τὸν νοῦν ἀλλά, πολλάκις, καὶ εἰς τὴν καρδίαν μας, λόγῳ τῆς φιλαμαρτήμονος φύσεώς μας. Δυσκολώτερον δέ, ἀντιστοίχως, οἱ ἅγιοι καὶ εὐλογημένοι λογισμοὶ εἰσέρχονται, ἀφοῦ εἰς ἐκείνους ἀφ’ ἑνὸς δημιουργοῦνται τὰ ἐμπόδια ὑπὸ τοῦ παμπονήρου καὶ μισανθρώπου διαβόλου, ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὁ ἀσθενὴς καὶ ἀνίκανος πρὸς τὸ ἀγαθὸν ἄνθρωπος, μόνον ὑπὸ τῆς Θείας ἀρωγῆς καὶ βοηθείας δύναται νὰ ἐπιτύχῃ.

«Ταῦτα λογίζεσθε»

Θὰ κλείσωμεν τὴν παροῦσαν ὁμιλίαν, ἀναφερόμενοι εἰς τὰς Ἁγίας ἡμέρας τὰς ὁποίας προσεγγίζομεν καὶ τὴν καθαρότητα ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς. Θὰ ἀκούσωμεν τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων καὶ εἰς τὸν ὄρθρον τῆς Μεγάλης Δευτέρας, τὴν πρόσκλησιν ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία διὰ τοῦ ὑμνογράφου, «δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν καὶ νεκρωθῶμεν δι’ Αὐτὸν ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς».
Ἡ πρόσκλησις αὕτη μᾶς τιμᾷ ἰδιαιτέρως ἀλλὰ καὶ μᾶς ἐπιβαρύνει μὲ τὴν προσπάθειαν τῆς, κατὰ τὸ δυνατόν, ἀντιστοίχου, πρὸς τὴν καθαρότητα τοῦ μόνου ἀναμαρτήτου Κυρίου μας, καθαρότητός μας, συμπορεύσεως εἰς τὸν Γολγοθᾶ καὶ συσταυρώσεως ἡμῶν μετὰ τοῦ ὁδυνωμένου καὶ πάσχοντος διὰ τὰ ἑμὰς ἁμαρτίας γλυκυτάτου Ἰησοῦ μας.

Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου 

Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

                                                                                               

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Ε΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


«... πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ... καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν 
ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;» (Ἐβρ. Θ΄ 14)

Ἡ συνείδησις

Περὶ συνειδήσεως ὁ λόγος εἰς τὸ σημερινὸν Ἀποστολικὸν ἀνάγνωσμα. Πιὸ συγκεκριμμένα δέ, ἡ κάθαρσις τῆς συνειδήσεως. Τὶ εἶναι ὅμως ἡ συνείδησις; Τὴν ἀναφέρομεν πολλάκις εἰς τὰς καθημερινὰς ὁμιλίας καὶ συζητήσεις μας ἀλλὰ πιθανὸν νὰ μὴν γνωρίζομεν ἐπαρκῶς τὶ εἶναι ἀκριβῶς. Κατὰ τὸν θεῖον Χρυσόστομον, ἡ συνείδησις εἶναι τὸ ἀδέκαστον ἐκεῖνο δικαστήριον τὸ ὁποῖον «ἐντέθεικεν ἡμῖν ὁ Θεὸς ... οὐδέποτε διαφθειρόμενον» (Πρὸς Ἐβραίους, ΚΔ΄ ΕΠΕ 25,156-158. PG 61,167). Εἶναι «ὁ ἀόρατος ἐκεῖνος δικαστὴς» ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε σύμφωνος πρὸς τὸν Θεῖον Νόμον καὶ δὲν κάνει ποτὲ λάθος. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἐπαινεῖ ὅταν εἴμεθα νομοταγεῖς ἀπέναντι εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀντιθέτως, διαμαρτύρεται καὶ μᾶς ἐλέγχει, ὅταν παραβαίνομεν τὰς Θείας ἐντολάς. Εἶναι ὁ ἀλάνθαστος συνήγορος τῆς ἀρετῆς καὶ ὁ σφοδρὸς κατήγορος τῆς ἁμαρτίας. Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀδιαφορῇ εἰς τὰς διαμαρτυρίας τῆς συνειδήσεώς του, δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ τὴν φιμώσῃ καὶ νὰ τὴν ὑποχρεώσῃ νὰ σιωπήσῃ.

Ὁ Θεῖος Νόμος

Πῶς ὅμως ἡ συνείδησις μπορεῖ νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς τὸν Θεῖον Νόμον; Εἶναι αὐτονόητον ὅτι αἱ γνώσεις τῆς συνειδήσεως εἶναι περιορισμέναι. Τοῦτο ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κάθε ἕνας ἔχει ἀνάγκην μαθήσεως. Πρὸς τοῦτο ὁ Θεὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον, ὅπως διδάξῃ, κηρύξῃ, θαυματουργήσῃ. Πρὸς τοῦτο, ἐπίσης ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τοὺς μαθητάς του ὅπως φέρουν τὴν Θείαν διδασκαλίαν εἰς τὰ ἔθνη, «διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν˙» (Ματθ. ΚΗ΄ 20). Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, πάντοτε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, ἐνεργοῦσε ἀλλὰ καὶ ἐνεργεῖ εἰς τοὺς πιστούς, διὰ τῆς διδασκαλίας τῶν Θείων λόγων.
Συνεπῶς, ἡ συνείδησις τοῦ Χριστιανοῦ, καὶ θείαν προέλευσιν ἔχει ἀλλὰ καὶ ἁγιάζεται περαιτέρω μὲ τὴν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος, θέλοντας νὰ μᾶς δείξῃ τὸ ἀλάνθαστον τῆς συνειδήσεως, λέγει εἰς τοὺς Ρωμαίους, ὅτι ἀκόμη καὶ ἐκεῖνοι οἱ λαοὶ ποὺ δὲν γνώρισαν τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, θὰ κριθοῦν ἀπὸ τὸν Κριτὴν κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς συνειδήσεώς των˙ «ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων» (Ρωμ. Β΄ 14-15).

Τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ

Ἀλάνθαστος λοιπὸν ἡ συνείδησις, κατὰ τὸν ἱερὸν Χρυσόστομον. Ὅμως, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνῃ μολύνει τὴν ψυχήν του ἀλλὰ καὶ τὴν συνείδησίν του. Κατὰ συνέπειαν, ὅπως ἡ ψυχή μας ἔχει ἀνάγκην διαρκοῦς καθάρσεως, ἔτσι καὶ ἡ συνείδησις ὀφείλει νὰ εὑρίσκεται πάντοτε εἰς ἀρίστην καὶ τελείαν κατάστασιν. Ὁ χριστιανὸς εἶναι ὁ ἀρμόδιος διὰ τὴν περιποίησιν τῆς συνειδήσεώς του˙ μὲ κάθε τρόπον, κάθε λόγον καὶ λογισμόν, μὲ κάθε κίνησιν καὶ ἐνέργειάν του.
Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ πρῶτον καὶ ἀπαραίτητον στοιχεῖον διὰ τὸν ἁγιασμὸν τῆς συνειδήσεως, εἶναι «τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ», κατὰ τὸν λόγον τῆς σημερινῆς περικοπῆς.  Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, βλέποντας τοὺς Ἐβραίους προσκεκολλημένους εἰς τὰς θυσίας τῶν ζώων, τὰς ὁποίας ὥριζεν ὁ νόμος τοῦ Μωϋσέως ὡς ἀπαραιτήτους διὰ τὴν κάθαρσιν τῆς συνειδήσεως, συγκρίνει ἀλλὰ καὶ ὑποδεικνύει ὡς πολὺ ἀνώτερον καὶ πολὺ ἀποτελεσματικώτερον τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖον ἔρρευσεν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, διὰ τὸν ἁγιασμὸν ἡμῶν. Ἄλλωστε δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἐθυσιάσθη ὁ Κύριος ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ. Διὰ νὰ δυνηθῇ δὲ ὁ ἄνθρωπος νὰ ὑπερπηδᾷ τὰ ἐμπόδια τῆς ἁμαρτίας ἀλλὰ καὶ νὰ θεραπεύεται ἀπὸ τὰς καθημερινὰς πνευματικάς του πτώσεις, ὁ Κύριός μας, παρέδωσεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τὸ Πανάγιον Σῶμά Του καὶ τὸ Ζωήρρυτον Αἷμα Του εἰς συνεχῆ θυσίαν καὶ εἰς καθημερινὴν βρῶσιν καὶ πόσιν ἀπὸ ἡμᾶς. «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Λουκ. ΚΒ΄ 19), εἶπεν εἰς τοὺς μαθητάς Του.
Ἑπομένως, ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἔχει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὴν διάθεσίν του, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, «τὸ ἐκχυθὲν ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου, ζωῆς καὶ σωτηρίας» (Εὐχὴ καθαγιασμοῦ, Λειτουργίας Μεγ. Βασιλείου).

Τὸ Μυστὴριον τῆς Μετανοίας καὶ Ἐξομολογήσεως

Ἐδῶ ὅμως θὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπογραμμίζει ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει κεφαλαιώδη σημασίαν δι’ ὅλους ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι θέλομεν νὰ μετέχωμεν τῆς κοινωνίας τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου μας. «ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου. δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω·ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄῤῥωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί». (Α΄ Κορινθ. ΙΑ΄ 27-30) . Καλὸν καὶ ἅγιον εἶναι νὰ ἐπιθυμοῦμε καὶ νὰ νοσταλγοῦμε τὴν μετάληψιν τοῦ Πανακηράτου Σώματος καὶ τοῦ Ζωηρρύτου Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μας. Ὅμως, ἡ μετοχὴ αὐτὴ θὰ πρέπῃ νὰ γίνεται κατόπιν ἰδιαιτέρας προετοιμασίας. Σύμφωνα δὲ μὲ τὸ προαναφερθὲν λόγιον τοῦ Ἀποστόλου, ἡ ἀπρόσεκτος καὶ ἐπιπολαία προσέγγισις καὶ μετάληψις τῶν Οὐρανίων τούτων Δώρων, θὰ ἐπιφέρῃ ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἐπιθυμούσαμε.
Αὐτὴ δὲ ἡ προετοιμασία κυρίως συνίσταται, εἰς τήν, ἀπαραιτήτως προηγουμένην μετοχήν μας εἰς τὸ Μυστήριον τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Ἐκεῖ ὁ Χριστιανὸς καθαίρεται καὶ ἁγιάζεται καὶ λαμβάνει τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτημάτων του. Ἐκεῖ ἀξιοῦται νὰ γίνῃ κοινωνὸς τῶν οὐρανίων μυστηρίων καὶ «σύσσωμος καὶ σύναιμος» τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ καὶ μόνον ἐκεῖ, μὲ τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας, τὸ Πανάχραντον Σῶμα καὶ τὸ Ζωοποιὸν Αἷμα γίνονται τὰ ἁγιαστικὰ ἐκεῖνα δῶρα τὰ ὁποῖα φέρουν τὸν ἄνθρωπον εἰς κατάστασιν θεώσεως καὶ τελειότητος «εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι».



 Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου

Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


« ... ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες
κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος.» (Ἐβρ. ΣΤ΄ 18)

Ἡ πορεία

Ἡ ζωή μας ἐπί τῆς γῆς εἶναι μία πορεία˙ ἕνας δρόμος. Μία πορεία μὲ ἀρχὴ καὶ τέλος. Οἱ πάντες τὸ γνωρίζουν καὶ ἔχουν πεισθεῖ γι’ αὐτό, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν δι’ ὅλους ὑπάρχει μία γέννησις καὶ ἕνας θάνατος. Ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔρχεται εἰς τὸν παρόντα κόσμον, ὅσες προσδοκίες καὶ ἂν ἔχει, ὅσα «ὄνειρα καὶ ἂν ὀνειρεύεται», γνωρίζει ὅτι κάποια στιγμὴ ποὺ ὁ Κύριος θὰ ἀποφασίσῃ, θὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον. Τοῦτο, καὶ ὁ πλέον δύσπιστος ἢ ἀκόμη καὶ ἄπιστος τὸ ἔχει κατανοήσει.
Εἰς τὴν πορείαν δὲ τῆς παρούσης ζωῆς, εἶναι αὐτονόητον ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμη καὶ ὁ πλέον ἰσχυρός, εἶναι πολὺ μικρὸς καὶ ἀδύναμος. Ὅσον καὶ ἂν φαίνεται ὅτι εἶναι δυνατός, πάντοτε τὸν διακατέχουν φόβοι ἀνησυχίαι καὶ ἀνασφάλειαι. Ὅσον καὶ ἂν τὰ πάντα συγκλίνουν διὰ τὸ ὅτι τίποτε δὲν τὸν ἀπειλεῖ, ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι καὶ οἱ πλέον ἰσχυροί, ἔζησαν μὲ φόβους καὶ ἀγωνίες καὶ τελικῶς προδόθησαν ἀπὸ τὴν δῆθεν ἀσφάλεια ποὺ ἔνιωθαν. Εἰδικὰ δὲ πρὸ τοῦ θανάτου, οὐδεὶς κατάφερε νὰ μείνῃ ἀτάραχος καὶ ἀδιάφορος.
Τὸ ἀκόμη δὲ ὀδυνηρότερον, εἶναι ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι στὶς δύσκολες ὧρες τῶν φόβων καὶ ταραχῶν τους, ἀναζητοῦν στήριγμα καὶ παρρηγορία ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ... δὲν μποροῦν νὰ ἔχουν! Ζητοῦν βοήθεια ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἀμέσου οἰκογενειακοῦ περιβάλλοντος, ἀπὸ φίλους καὶ γνωστούς, ἀπὸ ἱατρούς, ἢ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ πλέον ἀκατάλληλα πρόσωπα. Ζητοῦν βοήθεια, μὲ μαγικοὺς τρόπους καταφεύγοντες σὲ ἀστρολόγους καὶ χαρτορίχτρες.

Ὁ στηριγμός.

Καὶ ὅλα αὐτά, ἐνῶ δυστυχῶς, ὑπάρχει καὶ τὸ κατάλληλο πρόσωπο ἀλλὰ καὶ τὰ κατάλληλα μέσα. Καὶ λέμε «δυστυχῶς», ὄχι φυσικὰ διὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν μέσων οὔτε βεβαίως διὰ τὸν Κύριον, τὸν Παντοδύναμον ἱατρὸν καὶ θεραπευτήν. Διὰ τὴν ἀδιαφορίαν τῶν ἀνθρώπων, λέμε «δυστυχῶς»˙ διὰ τὴν ἐσκεμμένην ἄρνησίν των νὰ προστρέξουν καὶ νὰ ἀναζητήσουν τὴν ἡρεμίαν των εἰς τὴν γνησίαν πηγὴν καὶ εἰς τὸν αὐθεντικὸν ἱατρόν. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἔγκειται καὶ ἡ τραγικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ ὑπάρχῃ ἡ θεραπεία καὶ νὰ τὴν ἀρνούμεθα.
Διὰ τὸν πιστὸν ὅμως καὶ ἀγωνιστὴν Χριστιανόν, τὰ πράγματα ἁπλουστεύονται. Ὁ φόβος καὶ ἡ ἀγωνία ὑποχωροῦν καὶ ἡ «παράκλησις» ἔρχεται συνοδοιπόρος στὴν ζωήν του. «Παράκλησις» δέ, σημαίνει, βεβαιότης, παρρηγορία, δύναμις, καὶ ἐν τέλει, χαρὰ διὰ τὴν μετὰ θάνατον ζωήν. Ὁ χριστιανὸς ἔχει καταλάβει τὸ νόημα τῆς παρούσης ζωῆς καὶ ἔχει συνειδητοποιήσει ὅτι, «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν»(Ἐβρ.ΙΓ΄ 14). Δὲν τὸν τρομάζει ὁ θάνατος, ἀφοῦ ἔχει τὴν βεβαιότητα ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Κύριο, ὅτι «ὁ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Ἐβρ. Ε΄ 24). Φόβος, γι’ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει, ἀφοῦ ἡ τελεία ἀγάπη του καὶ ἐξάρτησίς του ἀπὸ τὸν Θεόν, «ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α΄ Ἰωάν. Δ΄ 18).
Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ μὲ αὐτὴν τὴν προσδοκίαν, ἀντιμετώπισαν τὸν θάνατον ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔζησαν εἰς τὰς ἐρήμους ὡς ἀσκηταί, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐθυσίασαν τοὺς ἑαυτούς των ὁμολογοῦντες τὴν πίστιν των εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ λοιποὶ ποὺ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν εἴτε ὡς Ἀπόστολοι, εἴτε ὡς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, εἴτε οἱ καθ’ οἷονδήποτε τρόπον βιώσαντες εἰς τὸν παρόντα κόσμον καὶ ζήσαντες μὲ τὴν πεποίθησιν καὶ προσδοκίαν τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ σωτηρίας.

«κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος»

Εἰς τὴν ζωὴν τοῦ πιστοῦ καὶ συνειδητοῦ Χριστιανοῦ, τὰ πάντα κινοῦνται μὲ γνώμονα τὴν «προκειμένην ἐλπίδα». Γιὰ νὰ γίνουμε δὲ σαφέστεροι, ἡ ἐλπίδα αὐτὴ ἑδράζεται εἰς τὸν «ὅρκον» ποὺ ἔχει κάνει ὁ Θεὸς εἰς τὸν Ἴδιον τὸν ἑαυτόν Του. Εἶναι ἡ ὑπόσχεσις ποὺ ἔχει δώσει, εἰς ὅλους ἐκείνους ποὺ τὸν ἐμπιστεύονται, διὰ τὴν κληρονομίαν τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν.
Αὐτὸς εἶναι ὁ στόχος καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ προσδοκία ἐκείνων ποὺ θεωροῦν τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ ὡς πραγματικὰ καὶ ἡ Πίστις των εἶναι ὄχι ἁπλῶς ἐλπίδα καὶ προσμονή, ἀλλὰ «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἐβρ. ΙΑ΄ 1). Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι διαφορετικὰ ἀφοῦ, πολλὲς φορὲς ὁ Κύριος παρενέβη στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, ὀφθαλμοφανῶς καὶ δι’ ὀραμάτων καὶ διὰ ποικίλων ἄλλων τρόπων, καὶ ἐβεβαίωσεν διὰ τὴν μέλλουσαν δόξαν καὶ Βασιλείαν!
Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δὲν μᾶς βεβαιώνει, ὅτι «ἡρπάγη εἰς τὸν Παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορινθ. ΙΒ΄ 4); Πῶς λοιπὸν θὰ μποροῦσαν αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, νὰ παρακάμψουν καὶ νὰ ἀδιαφορήσουν τὰ οὐράνια αὐτὰ «σημεῖα» ποὺ τοὺς ἔδειχνε ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ Δεσπότης; Πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὀλιγωρήσουν τόσοι Μάρτυρες τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ὥραν τοῦ μαρτυρίου των, ἐνεδυναμοῦντο ἀπὸ Ἁγίους Ἀγγέλους ἢ ἄλλους Ἁγίους ἢ καὶ ἀπὸ Αὐτὸν ἀκόμη τὸν Κύριον; Πόσα, ἀλήθεια, θαύματα θὰ μποροῦσαν νὰ καταμετρηθοῦν, τὰ ὁποῖα συνέβησαν καὶ εἰς ἁγίους καὶ ἐναρέτους ἀνθρώπους, ἀλλὰ πολλάκις καὶ εἰς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀσεβεῖς, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Πανάγαθος Κύριός μας ἠθέλησεν νὰ δυναμώσῃ τὴν πίστιν μας ἀλλὰ καὶ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ὅτι κρατεῖ τὰς ὑποσχέσεις Του καὶ ὅτι εἶναι «ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν» (Ἐβρ. ΣΤ΄18).

Ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ὑποσχέσεως.

Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνον δὲν ἀνησυχεῖ διὰ τὴν πορείαν του, καὶ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον καὶ μετὰ θάνατον, ἀλλὰ ἀντιθέτως περιμένει καὶ ἀγωνιᾷ διὰ τὴν πραγμάτωσιν τῶν Θείων ἐπαγγελιῶν καὶ ὑποσχέσεων. Ζεῖ μὲ τὴν χαρὰν τῆς ἀνταποδώσεως κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Κυρίου «τὴν μεγάλη καὶ ἐπιφανῆ» καὶ θεωρεῖ τὸν θάνατον ἀφόβως, μὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν˙ εὑρίσκεται δὲ εἰς μίαν διαρκῆ ἐγρήγορσιν καὶ προετοιμασίαν ὅπως ἐπιτύχῃ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α΄ Κορ. Β΄ 9). 


Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου 

Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ) 


«Προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας
τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος» (Ἐβρ. Δ΄ 16)

Ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς

Πολλὴν παρρηγορίαν μᾶς προσφέρει σήμερον τὸ ἱερὸν Ἀποστολικὸν Ἀνάγνωσμα. Ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς, δηλαδὴ ὁ Κύριός μας, παρ’ ὅλην τὴν ἁμαρτωλότητά μας εἶναι στὴ ... διάθεσή μας. Ὅσον ἁμαρτωλοὶ καὶ ἂν εἴμεθα, ὅσον καὶ ἂν αἰσθανώμεθα ἀπομεμακρυσμένοι ἀπὸ τὴν χάριν Του, ὅσον καὶ ἂν νιώθουμε ὅτι ἡ δικαία ὀργή Του εἶναι ἕτοιμη νὰ ἐκσπάσῃ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῶν ἀναξίων καὶ ἀγνομόνων, ἕνεκα τῶν ἀπείρων ἁμαρτιῶν μας, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς παρρηγορεῖ, παρουσιάζοντάς μας τὸν Μέγα Ἀρχιερέα ὡς συμπαθῆ καὶ εὔσπλαγχνον ἐπὶ τὴν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀσθενῆ ἀνθρωπίνην φύσιν. Τόσον δὲ συμπαθῆ, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ τὸν προσεγγίζωμεν καὶ νὰ τὸν κοιτοῦμε παρακλητικῶς, νὰ ἔχωμεν τὴν εὐχέρειαν νὰ τοῦ ζητοῦμεν τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ νὰ τὸν αἰσθανώμεθα, Πατέρα καὶ προστάτην καὶ βοηθόν.

Ἡ ὀδυνηρὴ ἀπομάκρυνσις

Ὄντως, ὁ ἄνθρωπος, ὅσον ἐνάρετος καὶ ἂν αἰσθάνεται, εἶναι λογικὸν νὰ νιώθῃ ἔνοχος ἀπέναντι στὸν Θεὸν καὶ νὰ τρέμει στὴν ἰδέα ὅτι δὲν «τοῦ ἐπιτρέπεται» οὔτε κἂν νὰ σηκώνῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς ὀφθαλμούς του, ἐνώπιόν Του. Εἶναι δυστυχῶς αἱ ἁμαρτίαι μας, τὰς ὁποίας, ὅσον μικρὰς καὶ ἂν τὰς θεωροῦμεν, δὲν παύουν νὰ κλονίζουν τὰς μετὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, σχέσεις μας. Τοῦτο διαπιστώνει ὁ καθένας, ἐὰν ἁπλῶς μελετήσῃ ἔστω καὶ δι’ ὀλίγον, τὰς κατανυκτικοτάτας εὐχὰς καὶ τὰ κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐκεῖ θὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἂν οἱ Ἅγιοι ὁμιλοῦν τόσον εὐτελιστικῶς διὰ τὸν ἑαυτόν τους καὶ τὸν ἐξαθλιώνουν, καὶ τὸν θεωροῦν ἄξιον μυρίων κολάσεων, πόσον μᾶλλον ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀδρανοῦμεν καὶ διὰ τὰ πλέον στοιχειώδη διὰ τὴν σωτηρίαν μας.
 Ἐὰν κάποιος, ἐπίσης, ἐτρυφήσῃ εἰς τὰ ἱερὰ συναξάρια τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ ἐκπλαγῇ μὲ τὴν στάσιν πολλῶν μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι ἡ θυσία τοῦ σώματός των εἶναι ἡ ἐλαχίστη,  μὲ βάσιν ἐκεῖνο τὸ λόγιον τοῦ Κυρίου μας˙ «ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ΙΖ΄ 10). Τί νὰ εἴπωμεν ἑπομένως ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν τὴν παραμικρὰν θυσίαν διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ; Ἀναλογιζόμεθα, καὶ ὄχι ἀδίκως, ὅτι κατὰ τὴν ὥραν τῆς φρικτῆς ἀπολογίας ἡμῶν, θὰ εὑρεθοῦμεν ἀναπολόγητοι διότι ἐμακρύνθημεν τοῦ Παναγάθου Πατρὸς ἡμῶν καὶ ἀπεκόπημεν τοῦ ἐλέους καὶ τῆς φιλανθρωπίας Αὐτοῦ.

Ἡ σωτήριος ἐπιστροφή

Ὅμως ὁ Φιλάνθρωπος Δεσπότης δὲν ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπόν Του ἀπὸ τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν. Ὢς διδασκόμεθα ἀπὸ τὴν παραβολὴν τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, περιμένει τὸ ἀπολωλὸς. Ἀνησυχεῖ διὰ τὴν καθυστέρησιν καὶ ἀναβολὴν τῆς ἐπιστροφῆς του. Θλίβεται καὶ πονεῖ διὰ τὰς ἑκουσίας πτώσεις του καὶ δὲν παύει νὰ «κρούῃ τὴν θύραν» τῆς σκληρᾶς καρδίας του. Καὶ ὅταν ἀποφασίσῃ ὁ ἄσωτος ἄνθρωπος νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸν Πατέρα του, τότε ὁ Γλυκύτατος ἐκεῖνος Πατέρας, «δραμὼν ἐπιπίπτει ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταφιλεῖ αὐτόν.». Ποίαν συγκινητικωτέραν συμπεριφορὰν θὰ ἠμποροῦσε νὰ περιμένῃ καὶ ὁ πλέον αἰσιόδοξος «Ἄσωτος»; Πόσον γλυκύτερα θὰ ὡμιλοῦσε καὶ ἡ πλέον γλυκεῖα ἀνθρωπίνη γλῶσσα; Ποῖος κατὰ σάρκα πατὴρ θὰ ἐπεφύλασσεν τοιαύτην ὑποδοχὴν εἰς τὸν ἀποστάτην υἱόν του, ὅσον μετανοημένος καὶ ἂν ἐπέστρεφεν οὗτος εἰς αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ὅσην ἀγάπην καὶ κατανόησιν καὶ ἂν διέθετεν ὁ συγκεκριμμένος οὗτος πατήρ; Μόνον ὁ Πανάγαθος καὶ Πανοικτίρμων Θεὸς ἐπιδεικνύει τοιαύτην συγκλονιστικὴν ἀγάπην, ὥστε νὰ ἀφήνῃ τὰ «ἑννενήκοντα ἑννέα» καὶ «ἐπὶ τὰ ὄρη πορευθεὶς» νὰ  ἀναζητεῖ «τὸ πλανώμενον»!
Αὐτὴν τὴν ἐπιστροφὴν ἀξιολογεῖ ἐν προκειμένῳ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν μᾶς παρουσιάζῃ τὸν Κύριόν μας, νὰ ἀναμένῃ τὴν ἐπιστροφήν μας καὶ νὰ μᾶς παρέχῃ τὴν ἄνεσιν ὅπως προσερχώμεθα ἀφόβως καὶ μετὰ παρρησίας εἰς τὸν θρόνον Του διὰ νὰ λάβωμεν τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ὄχι δὲ μόνον τὴν συγχώρησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν χάριν Του καὶ τὴν ὁλόθυμον συνδρομὴν καὶ βοήθειάν Του, διὰ νὰ ἀντιπαρέλθωμεν τὰς οἵασδήποτε δυσκολίας καὶ ἐμπόδια ποὺ δημιουργεῖ ὁ μισάνθρωπος ἐχθρὸς ἡμῶν.

Μετὰ παρρησίας

Ἡ πλέον συγκινητικὴ λέξις, ὅμως, εἶναι ἡ λέξις «παρρησίας». Ἐδῶ κρύπτεται, ὄχι τόσον τὸ θάρρος ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ δώσῃ ὁ Κύριος εἰς τὸν μετανοοῦντα καὶ ἐπιστρέφοντα εἰς αὐτόν, ἀλλὰ περισσότερον τὴν σφοδρὰν ἐπιθυμίαν Αὐτοῦ τοῦ ἰδίου λατρευτοῦ Ἰησοῦ μας, ὅπως μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τὸ «ἀρχαῖον κάλλος». Ἡ «παρρησία» ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἔχωμεν ἐνώπιόν Του, εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἀποτελεῖ παραχώρησιν δικαιωμάτων εἰς ἡμᾶς, ὅπως θεωρήσωμεν ὅτι συγκαταβαίνει ὁ Δεσπότης καὶ συμβιβάζεται καὶ ἀποδέχεται τὰς πτώσεις καὶ ἁμαρτίας ἡμῶν. Ἀντιθέτως˙ ἡ «παρρησία» μᾶς παρέχεται ὡς ἔνδειξις ἀγάπης καὶ Θείας ἐπιθυμίας καὶ  ἀποτελεῖ τὴν ὤθησιν ἐκείνην ἡ ὁποία ὑπερνικᾷ τὴν οἵανδήποτε ἐπιφύλαξιν τὴν ὁποίαν προσπαθεῖ νὰ ἐνσπείρῃ ὁ ἀντίδικος καὶ μισάνθρωπος Διάβολος.

Τὸ μεγάλο λάθος

Ἡ «παρρησία» δὲν ἀποτελεῖ δικαίωμα ἡμῶν καὶ κατάκτησιν, ἀλλὰ ἔκφρασιν ὑψίστης ἀγάπης καὶ ἄκρας ταπεινώσεως τοῦ Σωτῆρος μας. Ἂν δὲ ὁμιλήσωμεν διὰ «δικαίωμα», ἓν δικαίωμα μᾶς παρέχεται καὶ τοῦτο, τῆς ἀναζητήσεως συγχωρήσεως καὶ θεραπείας. Ἐνθυμούμεθα, ὑποθέτω, τὸν πρεσβύτερον υἱὸν τῆς τοῦ Ἀσώτου παραβολῆς. Ὄχι ἐκ λάθους, - ἅπαγε τῆς βλασφημίας - ἀλλὰ σκοπίμως παρέλειψεν ὁ Κύριος νὰ μᾶς διευκρινήσῃ ἂν τελικῶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν πανηγυρίζουσαν Θείαν Οὐράνιον κατοικίαν. Πολλὰς πιθανότητας ὑποκρύπτει ἡ ἐκ τοῦ Κυρίου, ἐσκεμμένη, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, παράλειψις, διὰ νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ θεωρήσωμεν ὅτι τελικῶς ἴσως ἔγινεν οὗτος ὁ ... δεύτερος ἄσωτος. Τοῦτο δέ, διότι ἡ παρεχομένη εἰς αὐτὸν παρρησία τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανεν πλησίον τοῦ Πατρός, παρεξηγήθη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἐθεώρησεν ἑαυτὸν κυρίαρχον καὶ δικαιοῦχον καὶ διαχειριστὴν τῶν οὐρανίων δωρεῶν.

«Προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν». Ἀς θαυμάσωμεν τὸ μεγαλεῖον τῆς ἀπείρου καὶ ἀνεξικάκου ἀγάπης τοῦ Κυρίου μας καὶ ἀς προσέλθωμεν, ναί, μετὰ παρρησίας, ζητοῦντες παρ’ Αὐτοῦ ἐκεῖνο ποὺ καὶ Ἐκεῖνος θέλει˙ τὴν ἐπιστροφὴν καὶ μετ’Αὐτοῦ αἰωνίαν συγκατοίκησιν. Ἀμήν.

                                                                      Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου

                                                                              Ἱεροκήρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν