Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Εξ Αγίου Όρους «ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ»

Αποτέλεσμα εικόνας για μεταφραση λειτουργικων κειμενων
 Τὸν τελευταῖο καιρὸ γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τὸ θέμα τῶν μεταφράσεων τῶν λειτουρ­γικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας σὲ γλώσσα περισσότερο προσιτὴ στὸν σημερινὸ κόσμο. Στὸ μικρὸ αὐτὸ ἄρθρο ἐξετάζεται κατὰ πόσον μιὰ ἐνδεχόμενη μετάφραση τῶν λειτουρ­γικῶν κειμένων θὰ βοηθήση ἢ θὰ βλάψη, καὶ ἂν ἑπομένως εἶναι σκόπιμη ἢ καὶ θεμιτὴ ἡ προσπάθεια αὐτή.

  Ἀκούγεται συχνὰ ἡ ἄποψη ὅτι οἱ σημερινοὶ νέοι ἀδυνατοῦν νὰ συμμετάσχουν στὴ λα­τρεία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ αἰτία εἶναι ἡ λειτουργικὴ γλῶσσα. Δὲν ὑπάρχει βέβαια καμ­μία ἀμφιβολία ὅτι οἱ σημερινοὶ νέοι, δεχόμενοι τὴ σύγχρονη «ἐκπαίδευση τῆς ἀμάθειας», εἶναι γλωσσικὰ ὑπανάπτυκτοι καὶ ἀποκομμένοι ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς ρίζες τους. Χωρὶς νὰ ἐξετάζουμε ἐδῶ τὰ αἴτια τῆς θλιβερῆς αὐτῆς πραγματικότητας, συμφωνοῦμε κατ᾽ ἀρχὴν ὅτι θὰ πρέπη νὰ τοὺς βοηθήσουμε ὅσο μποροῦμε, ὥστε νὰ κατανοοῦν καὶ αὐτοὶ τὰ λειτουργικὰ κείμενα καὶ νὰ συμμετέχουν στὴν θεία Λατρεία.

  Θεωροῦμε ὅμως ὅτι εἶναι μεγάλο λάθος ἡ “λύση” τῆς μεταγλωττίσεως τῶν ἱερῶν κειμένων. Διότι, ὅπως ἔχει ἀποδειχθῆ, «ἡ ὅποια μετάφραση θὰ προδώση δραματικὰ τὴ νοηματικὴ ἐμβέλεια τοῦ πρωτοτύπου καὶ θὰ δυσχεράνη σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν διανοητικὴ κατανόησή της ἀντὶ νὰ τὴν διευκολύνη». Οἱ λόγοι εἶναι πολλοί: Ἡ δημοτικὴ ὑστερεῖ σὲ ἐκφραστικὲς δυνατότητες σὲ σχέση μὲ τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ λόγο. Ἀδυνατεῖ ἐπίσης νὰ ἀποδώση μὲ τὴν ἴδια νοηματικὴ πυκνότητα τὶς μετοχὲς καὶ τὰ ἀπαρέμφατα ὅπως καὶ τὶς λεπτὲς ἐννοιο­λογικὲς ἀποχρώσεις τῶν ἐμπρόθετων προσδιορισμῶν (Βλ. Φώτης Σχοινᾶς, Λειτουργικὴ Γλῶσσα, ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», σελ. 43-5).

   Τὸ κυριώτερο ὅμως εἶναι ἡ ἀπόδοση τῶν δογματικῶν ἐκφράσεων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφραστοῦν οἱ ὅροι οὐσία, φύση, ὑπόσταση, πρό­σωπον, ἐνέργεια, κλπ. χωρὶς τὸν κίνδυνο τῆς αἱρετικῆς ἀποκλίσεως; Οἱ ἅγιοι Πατέρες, ποὺ ὑπέστησαν διωγμοὺς καὶ μαρτύρια γιὰ νὰ κρατήσουν ἀνόθευτη τὴν πίστη, διατύπωσαν τοὺς ὅρους αὐτοὺς μὲ θεῖο φωτισμό. Καὶ θὰ προσ­πα­θήσουμε ἐμεῖς νὰ ἐπαναδιατυπώσουμε τὴν πίστη μὲ ἄλλους ὅρους πιὸ “σύγχρονους”; 
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ἐπισημαίνει τὸν κίνδυνο τῆς γλωσσικῆς ἀλλαγῆς στοὺς δογματικοὺς ὅρους: «Ἐπὶ τοῦ θείου δόγμα­τος οὐκέτι ὁμοίως ἀκίνδυ­νος ἡ διάφορος χρῆσις τῶν ὀνομάτων. Οὐ γὰρ μικρὸν ἐνταῦθα τὸ παρὰ μι­κρόν» (PG 45, 120C). Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ φαντασθοῦμε πόσες αἱρέσεις μποροῦν νὰ παρεισφρύσουν μέσα στὰ πλήρως μεταφρασμένα λειτουργικὰ κείμενα, τὶς ὁποῖες κανεὶς δὲν θὰ εἶναι εὔκολο νὰ ἀντιληφθῆ. Ὁ ἁπλὸς πιστὸς μάλιστα, δὲν θὰ εἶναι πλέον σὲ θέση νὰ διακρίνη ἀνάμεσα σὲ ἕναν μεταφρασμένο ὕμνο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, σὲ ἕναν νεοσύνθετο (διότι θὰ ὑπάρξουν καὶ τέτοιοι), καὶ στὰ προτεσταν­τικὰ τραγούδια (ποὺ κυ­κλο­φοροῦν ἀνωνύμως).

 Ἄν, πάλι, πρόκειται νὰ ἀφήσουμε τοὺς θεολογικοὺς ὅρους ἀνέπαφους (ὅπως διατείνον­ται κάποιοι συντηρητικότεροι), τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπεμβάσεως θὰ εἶναι ὁ ψι­λὸς κλιτικὸς ἐκ­δη­μοτικισμός τους καὶ ἡ συντακτικὴ ἁπλοποίηση τῆς προτάσεως. Δηλα­δή, χωρὶς νὰ βοηθοῦμε οὐσιαστικὰ στὴν κατανόηση τοῦ κειμένου, ἐξοστρακίζουμε ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ χρήση τὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ γλώσσα, μὲ ὅλες τὶς βαρύτατες συνέπειες ποὺ αὐτὸ συνεπάγεται.

  Ἀντί, λοιπόν, νὰ προσπαθοῦμε νὰ “διευκολύνουμε” τοὺς νέους, κα­τεβάζοντας τὸ ὑψηλὸ γλωσσι­κὸ ἐπίπεδο τῆς Λατρείας, εἶναι προτιμότερο νὰ τοὺς βοηθήσουμε ὥστε μὲ ἐλάχιστο κόπο νὰ μποροῦν νὰ κατανοοῦν τὴ γλώσσα τοῦ πρωτοτύπου, ἀναβαθμίζοντας ἔτσι καὶ τὸ γλωσσικό τους ἐπίπεδο. Ὅσοι αἰσθάνονται δυσκολία στὴ γλωσσικὴ κατανόηση τῆς Θείας Λειτουργίας -ἡ ὁποία θεωρεῖται καὶ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ζωῆς μας- ἂς ἀφιερώσουν λίγο χρό­νο ἰδιωτικὰ στὴ με­λέτη της, δηλαδὴ τὴ μετάφραση καὶ ἑρμηνεία της, καὶ ἂς παραμείνη ἡ τέλεσή της στοὺς Ναοὺς ὡς ἔχει, στὴν παραδεδομένη γλωσσικὴ μορφή.

  Τὸ Ἑλληνόπουλο, πέρα ἀπὸ τὴ γνώση τῆς νεοελληνικῆς, θὰ πρέπη νὰ ἐξοικειωθῆ στὴν κατανόηση (ὄχι βέ­βαια στὴν πλήρη ἐκμάθηση) καὶ παλαιοτέρων μορφῶν τῆς ἑνιαίας ἑλ­ληνικῆς γλώσσας. Εἶναι ἀπαράδεκτο, νὰ μὴν εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήση, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ἀποστρέφεται, τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, τὸν Παπαδιαμάντη, κλπ. Τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς προβληματίζη ὅλους, καὶ νὰ ἀποτελῆ μέ­ριμνα τῆς πολιτείας ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐκκλησίας.
 Ἐδῶ θὰ θέλαμε νὰ ἐπισημάνουμε πολὺ ἐπιγραμματικά: α) ὅτι ἡ λειτουργικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι ἡ καθ᾽ αὑτὸ ἀρ­χαία ἑλληνικὴ γλώσσα ἀλλὰ ἁπλούστερη μορφή της, πλησιέστερη στὴ νεοελληνική, καὶ β) ὅτι γιὰ τὴν κατανόησή της δὲν χρειάζονται σπουδὲς φι­λολογίας. Ἀρκεῖ ὁ συχνὸς ἐκκλησιασμὸς μὲ λίγο ἐνδιαφέρον καὶ προσοχή. Ἡ συνεχῶς ἐπαναλαμβανόμενη μορφή της, μάλιστα, εἶναι ἕνα ἐπιπλέον στοιχεῖο ποὺ διευκολύνει τὴν κατανόησή της.

  Ἡ ἐξοικείωση μὲ τὴ λειτουργικὴ γλώσσα (ὅπως καὶ μὲ κάθε ἀντικείμενο μαθήσεως) ἀπαιτεῖ τὴ συνεχῆ τριβὴ μὲ αὐτήν. Ὅπως ἔχει λεχθῆ πολὺ σωστά, ὁ ἀραιὸς ἐκκλησιασμὸς δὲν ὀφείλεται στὸ “ἀ­κατανόητον” τῆς λειτουργικῆς γλώσσης, ἀλλὰ ἀντίστροφα: δὲν κατανοοῦμε τὴ λειτουργικὴ γλῶσσα ἐπειδὴ δὲν ἐκκλησιαζόμαστε. Αὐτὴ εἶναι ἡ πικρὴ ἀλήθεια, καὶ μάταια προσ­παθοῦμε νὰ θεραπεύσουμε ἕνα κακὸ μὲ λανθασμένη διάγνωση καὶ μὲ ἀ­κόμη πιὸ λανθασμένη θεραπεία. Θὰ ἑλκύσουμε τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας νέους,ὅταν τοὺς πλησιάσουμε μὲ πραγματικὴ ἀγάπη, καὶ ὄχι ὅταν ἀλλοιώσουμε τὴν γλώσσα τῆς θείας Λα­τρείας. Κάτι τέτοιο προσπάθησε νὰ κάνη καὶ ἡ Ἀγγλικανικὴ ἐκκλησία καὶ πέτυχε ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο (Βλ. Γέροντος Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τὸν Θεόν, σελ. 375).

  Ὅσο γιὰ τοὺς ἐκκλησιαζόμενους πιστούς, ἀρκεῖ τὸ ἐμπνευσμένο κήρυγμα τοῦ Ἱερέως στὴν θεία Λειτουργία. Διότι ὅταν ὁ ἄνθρωπος πιστεύει καὶ ἔχει ζῆλο καὶ καλὴ διάθεση, ἀκόμη καὶ ἀγράμματος νὰ εἶναι, ὁ Θεὸς θὰ τὸν φωτίση καὶ θὰ τὸν ὁδηγήση στὴν βίωση τῆς θείας Λατρείας, κάτι πολὺ ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ κατανόησή της. Οἱ παπποῦδες μας -ἄνθρωποι κατὰ κανόνα ὀλιγογράμματοι- ποτὲ δὲν διαμαρτυρήθηκαν γιὰ τὴν λειτουργικὴ γλῶσσα. Αἰ­σθά­νονταν μάλιστα ὡς ζωτικὴ ἀνάγκη τὸν συχνὸ ἐκκλησιασμό. Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ τοὺς τραβοῦ­σε στὴν Ἐκκλησία, ἐφ᾽ ὅσον δὲν “καταλάβαιναν” τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ ἐκεῖ λεγόμενα;

  Ἀξίζει νὰ προσέξη κανεὶς τὸ Κολλυβαδικὸ κίνημα, ποὺ οὐσιαστικὰ ὑπῆρξε ἕνα κίνημα πνευματικῆς καὶ λειτουργικῆς ἀναγεννήσεως. Ἡ ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας ἦταν, γλωσσικὰ τουλάχιστον, σὲ χειρότερη κατάσταση ἀπὸ τὴ σημερινή, ἀφοῦ ὁ χριστιανικὸς λαὸς ἦ­ταν τελείως ἀπαίδευτος καὶ σχεδὸν δὲν μιλοῦσε πιὰ τὰ Ἑλληνικά. Οἱ Κολλυβάδες Πα­τέρες ὅμως, ποὺ ἐργάστηκαν σὲ τόσο ἀντίξοες συνθῆκες, ποτὲ δὲν ἔθεσαν θέμα ἁπλοποιήσεως τῆς λειτουργικῆς γλώσσας. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, μέγας Πατὴρ τῆς Ἐκ­κλησίας καὶ διδάσκαλος τοῦ Γένους, ἂν καὶ μετέφρασε ἁγίους Πατέρες, ποτὲ δὲν μετέφρασε λειτουργικὰ κείμενα· μόνο τὰ ἑρμήνευσε. Ἀνάλογη ὑπῆρξε καὶ ἡ δράση ὅλων τῶν Κολλυβάδων Πατέρων καὶ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπέμενε τόσο πολὺ στὴν ἵδρυση σχολείων.

 Τὸ φωτεινὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων Πατέρων μᾶς καθοδηγῆ ἀπλανῶς στὸ σκοτάδι τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, ὅπου τὰ πάντα κρίνονται καὶ κοσκινίζονται ἀπὸ τὴν τετράγωνη λογικὴ τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου. Μᾶς διδάσκει ὅτι, ἡ κατανόηση τῶν λειτουργικῶν κειμένων δὲν εἶναι ζήτημα γλωσσικῆς ἁπλοποιήσεως, ἀλλὰ ἑρμηνευτι­κῆς ἐμβαθύνσεως, συνειδητῆς εὐλαβείας καὶ θείου φωτισμοῦ.

   Οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες εἴμαστε φορεῖς μακραίωνης παραδόσεως καὶ ἔχουμε μεγάλη εὐθύνη νὰ τὴν διατηρήσουμε. Καὶ μόνο γιὰ τὴν γλώσσα μας, θὰ πρέπη νὰ θεωροῦμε τὸ γεγονὸς ὅτι γεννηθήκαμε Ἕλληνες ὡς μία μεγάλη δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ καθόλου σωβινισμό. Ἁπλῶς ἀναγνωρίζουμε τὶς θεῖες δωρεὲς καὶ συνειδητοποιοῦμε τὴν εὐθύνη μας. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο γράφτηκε στὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα. 
  Γράφει σχετικὰ ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: «Ὑπῆρχε τόσο λίγη “συμ­πτωματικότητα” στὴν “ἐκ­λογὴ” τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὅση ὑπῆρχε στὸ γε­γονὸς ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν (Ἰωάν. δ΄, 22)… Ἡ Ἐκκλησία στὸν καθορισμὸ τῶν δογμάτων ἐξέφρασε τὴν ἀποκάλυψη μὲ τὴ γλώσσα τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας» (Δημιουργία καὶ Ἀπολύτρωση, σ. 35-6). Εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ γλώσσα ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία μας ἐπὶ τό­σους αἰῶνες στὴν Λατρεία εἶναι ἡ καλύτερη γιὰ νὰ ἀποδώση τὰ λειτουργικὰ κείμενα, λόγω τῆς ἱεροπρεπείας, τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς λογικότητός της (θέματα ποὺ ἡ ἀνάλυσή τους ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ μικροῦ αὐτοῦ ἄρθρου).

   Οἱ μεταφράσεις στὶς ξένες γλῶσσες εἶναι ἀπαραίτητο φυσικὰ νὰ γίνουν, παρόλη τὴν ἀναπόφευκτη φθορὰ καὶ πτώχευση ποὺ ἐπέρχεται. Καὶ στὶς περιπτώσεις ὅμως αὐτές, ὁ μεταφραστὴς θὰ πρέπη νὰ μὴν ἀρκῆται στὴν κατὰ τὸ δυνατὸν τελειότερη ἀνθρώπινη γνώση, ἀλλὰ νὰ ἐμφορῆται ἀπὸ τὸ ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ εἶχαν οἱ Πα­τέρες οἱ ὁποῖοι συνέγραψαν τὶς θεῖες Λειτουργίες, ὥστε νὰ μὴν ἀδικήση τὸ κείμενο καὶ τοὺς πιστούς. Ὅσο γιὰ τὴν μεταγλώττιση στὴ νέα ἑλληνική (ποὺ σημειωτέον εἶναι πολὺ πλησιέστερη στὴ λειτουργικὴ γλώσσα ἀπ’ ὅτι οἱ σλαβικὲς γλῶσσες στὰ ἀρχαῖα σλαβονικά), θεωροῦμε ὅτι εἶναι ὄχι μόνο περιττὴ ἀλλὰ καὶ πολὺ ἐπιζήμια.

  Ἔχει ἀποδειχθῆ ὅτι οἱ Πατέρες τοῦ Δ´ αἰῶνος, οἱ ὁποῖοι καὶ συνέγραψαν τὶς ἱερὲς Λειτουργίες ποὺ τελοῦμε μέχρι σήμερα, δὲν χρησιμοποίησαν τὴ δημώδη γλώσσα τοῦ καιροῦ τους ἀλλὰ ἐπέλεξαν συνειδητά, τόσο γιὰ τὴν κηρυγματικὴ ὅσο καὶ (πολὺ περισσότερο) γιὰ τὴ λειτουργικὴ γλώσσα, τὴν ἀρχαιότροπη γλωσσικὴ ἔκφραση. Ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔκαναν αὐτὴ τὴν ἐπιλογή, δὲν ἦταν τόσο ἡ ἀνωτερότητα τῆς γλωσσικῆς αὐτῆς ἐκφράσεως (διότι καὶ ἡ τότε ὁμιλουμένη δὲν εἶχε χάσει ὅπως ἡ νεοελληνικὴ τὸ ἀπαρέμφατο καὶ τὴ μετοχή, καὶ συνεπῶς διατηροῦσε τὴν ἀκρίβεια, λιτότητα καὶ σαφήνειά της). Πιστεύουμε πὼς ὁ κυριώτερος λόγος εἶναι ὅτι ἤθελαν νὰ προσδώσουν μιὰ ἱεροπρέπεια στὰ λειτουργικὰ κείμενα μὲ ἕναν γλωσσικὸ τύπο ποὺ δὲν ἐχρησιμοποιεῖτο γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς ἁπλῆς κα­θημερινότητας. Καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ θὰ πρέπη νὰ λάβουν σοβαρὰ ὑπ᾽ ὄψιν τους οἱ σημερινοὶ ὀπαδοὶ τῆς μεταγλωττίσεως, ἂν δὲν θέλουν νὰ δημιουργοῦν ἀνεπιθύμητους συν­ειρμοὺς στοὺς πιστούς, καὶ νὰ τοὺς προξενοῦν διάσπαση καὶ εὐθυμία μέσα στὸν ἱερὸ Ναό! Κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, θὰ γεννῶνται «ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ νοΐ τῶν παρευρισκομένων ἀντιδράσεις κατωτέρου ἐπιπέδου» (Ὀψόμεθα τὸν Θεόν, σελ. 376).

  Ἐὰν ἡ σημερινὴ τάση μεταγλωττίσεως καὶ ἁπλοποιήσεως τῶν πάντων ὑπῆρχε στὰ χρό­νια τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μποροῦμε βάσιμα νὰ ὑποθέσουμε, ἀπὸ ὅσα προαναφέρθηκαν, ὅτι θὰ εἶχε καταδικασθῆ. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἴσως θὰ ἐπανάλαμβανε: «Οὐδὲ σοφίας ἀνθρωπίνης δεῖται ἡ θεία Γραφὴ πρὸς τὴν κατανόησιν τῶν γε­γραμ­μένων, ἀλλὰ τῆς τοῦ Πνεύματος ἀποκαλύψεως» (PG 53, 175). Τὸ ἅγιο Πνεῦμα ὅμως δὲν λείπει ποτὲ ἀπὸ τὴν Ἐκ­­κλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, καὶ οἱ σύγχρονοι θεοφόροι Πατέρες καὶ φωτισμένοι Γέ­ρον­τες ἔχουν ἐκφρασθῆ ἤδη γιὰ τὸ θέμα αὐτό.

Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Σωφρόνιος, στὸ γνωστὸ κεφάλαιο «Περὶ τῆς λειτουργικῆς γλώσσης» τοῦ βιβλίου του Ὀψόμεθα τὸν Θεόν, ἀναιρεῖ μὲ κατηγορηματικὸ τρόπο τοὺς «ἄτοπους ἰσχυρισμοὺς περὶ τοῦ δῆθεν ἀκατανοήτου» τῆς λειτουργικῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, καὶ καλεῖ νὰ μείνουμε πιστοὶ σ᾽ αὐ­τήν. Λέγει μεταξὺ ἄλλων ὁ Ρῶσος(!) αὐτὸς Πατήρ: «Ἡ Λειτουργία, ὡς τὸ κορυφαῖον μέ­σον ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν, εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχῃ ὡς ἐκφραστικὸν ὄργανον τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν τελειοτέραν γλῶσσαν (ἐνν. τὴν ἀρ­χαία ἑλληνική)… Ἡ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον χρησιμοποιηθεῖσα καὶ καθαγιασθεῖσα γλῶσσα τῆς θείας Λειτουργίας… εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντικατασταθῇ ἄνευ οὐσιώδους βλάβης αὐτῆς ταύτης τῆς λατρείας».

  Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Παΐσιος ἦταν καὶ αὐτὸς σαφῶς ἀντίθετος μὲ τὴ σημερινὴ “λειτουργικὴ ἀναγέννηση”. Ἔλεγε ὅτι μὲ τὶς μεταφράσεις τῶν λειτουργικῶν κειμένων θὰ ἀ­ποκοπῆ ὁ λαός μας ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν Πατέρων, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδοθοῦν πλήρως οἱ ὅροι καὶ οἱ ἔννοιες τῶν κειμένων αὐτῶν στὴ δημοτική, πολὺ περισσότερο ἀπὸ μὴ ἁγίους.
 Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ ὅτι, ὅταν τὸ 1982 ἐπρόκειτο νὰ κυκλοφορήση τὸ βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου Γρηγορίου Ἡ Θεία Λειτουργία, Σχό­λια, ὁ Γέροντας δὲν ἐπέτρεψε νὰ τυπωθῆ παράλληλα καὶ ἡ ἑτοιμασμένη μετάφραση τῆς θείας Λειτουργίας, ὡς ἁπλὸ ἑρμηνευτικὸ βοήθημα, διότι αὐτή, ἔλεγε, «μπορεῖ κάποτε νὰ χρησιμοποιηθῆ ὡς ἀ­φορ­μὴ γιὰ μεταφράσεις στὰ λειτουργικὰ κείμενα»! Τί θὰ ἔλεγε ἄραγε ἂν ζοῦσε σήμερα;

  Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Πορφύριος, ἐνῶ ἦταν τελειόφοιτος μόλις Α´ Δημοτικοῦ, χάρη στὸν ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὰ λειτουργικὰ κείμενα, ἔμαθε ἀνάγνωση καὶ θεολογία ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή (τῆς ὁποίας πολλὰ κεφάλαια εἶχε ἀποστηθίσει), τὴν Παρακλητικὴ καὶ τὰ Μηναῖα. Ἔφτασε νὰ γίνη δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ξεπεράση στὴ σοφία πολλοὺς θεολόγους καὶ ἐπιστήμονες. Συνιστοῦσε τὴν προσεκτικὴ καὶ διαρκῆ μελέτη τῶν ἁγιογρα­φι­κῶν καὶ ὑμνολογικῶν κειμένων, τὴν χρήση τοῦ λεξικοῦ καὶ τὴ σύγκριση μὲ ἄλλα τροπάρια, γιὰ τὴν ἀνεύρεση τῆς ἔννοιας μιᾶς ἄγνωστης λέξης. Καὶ βέβαια, παρ’ ὅλη τὴν εὑρύτητα τοῦ πνεύματός του, ποτὲ δὲν μίλησε γιὰ ἀνάγκη μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων.

   Πολὺ σωστὰ ἔχει παρατηρηθῆ ὅτι «ἡ λειτουργικὴ ἀναγέννηση εἶναι ἀπότοκος τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως τοῦ πιστοῦ καὶ καθόλου ὑπόθεση Συνεδρίων, Σεμιναρίων καὶ Ἐπιτροπῶν. Τελεσιουργεῖται στὸ ἔνδον τῆς καρδίας τοῦ πιστοῦ κατόπιν πνευματικοῦ μόχθου καὶ ἐσωτερικῶν στεναγμῶν, συνεπικουρούσης βεβαίως ἀπαραιτήτως καὶ τῆς θείας Χά­ρι­τος». Στὴν θεία Λειτουργία «“κατανοοῦμε”, μὲ τὴν πατερικὴ σημασιολογικὴ ἐκδοχὴ τῆς λέ­ξεως, τόσο ὅσο μᾶς ἐπιτρέπει ἡ καθόλου πνευματικὴ κατάστασή μας. Ἑπομένως τὸ καιρίως ζητούμενο γιὰ τὴ λειτουργικὴ ἀναγέννηση εἶναι ἡ διὰ τῆς μετανοίας καὶ τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ προσωπική μας ἀναγέννηση» (Σχοινᾶς, ἔνθ. ἀν. σ. 47 καὶ 110). Καὶ ἡ ποιμαν­τικὴ προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας σὲ αὐτὴ τὴν ἀναγέννηση τῶν πιστῶν θὰ πρέπη κυρίως νὰ στοχεύη.

   Συνοψίζοντας, θεωροῦμε ὅτι τὸ θέμα τῆς μεταγλωττίσεως τῶν κειμένων στὴν θεία Λατρεία εἶναι πολὺ σοβαρό, διότι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σύγχυση καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς ἱεροπρέπειας ποὺ προξενεῖται, θραύεται ὁριστικὰ ἡ μακραίωνη συνέχεια τῆς λειτουργικῆς γλώσσης, μὲ τεράστιες ἀρνητικὲς συνέπειες. Καὶ εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι τὸ ὅλο κίνημα “λειτουργικῆς ἀναγέννησης” δὲν ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν ἁπλὸ λαό (γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου ὑποτίθεται ὅτι γίνεται), ἀλλὰ ἀπὸ κά­ποιους καθηγητές, ἱερεῖς καὶ ἐπισκόπους. Μποροῦν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ στεροῦν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα νὰ δοξολογήση, νὰ εὐχαριστήση καὶ νὰ ἱκετεύση τὸν Τριαδικὸ Θεό, μὲ τὶς ἴδιες λέξεις ποὺ χρησιμοποίησαν ὅλοι οἱ θεοφόροι Πατέρες μας; Πολὺ φοβούμαστε ὅτι θὰ ὁδηγήσουν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ σὲ διχασμὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα.

  Ὁ ἁπλὸς λαὸς στὴν πλειονότητά του δὲν ἐπιθυμεῖ τὶς μεταφράσεις, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ καταλάβη καλὰ τὰ λειτουργικὰ κείμενα. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ ἐγκύκλιος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, ποὺ ὥριζε νὰ διαβάζεται τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μεταφρασμένο στὴν θεία Λειτουργία, δὲν στάθηκε δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῆ λόγῳ τῆς ἀντιδράσεως τοῦ κόσμου.

   Ἕνα ἄλλο πρακτικὸ ζήτημα, στὸ ὁποῖο ἴσως δὲν ἔχει δοθῆ ἡ ἀπαιτούμενη προσοχή, εἶναι ὅτι, ἅπαξ καὶ ἀνοίξη ἡ θύρα γιὰ τὶς μεταφραστικὲς προσπάθειες, θὰ ἀρχίση ἀμέσως καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς καὶ διχασμὸς μεταξὺ τῶν ἐπιδόξων μεταφραστῶν. Ἤδη σὲ μία Μητρόπολη εἶναι γνωστὸ ὅτι κυκλοφοροῦν δύο μεταφράσεις τῆς Θείας Λειτουργίας, μὲ πολλὲς καὶ μεγάλες διαφορὲς μεταξύ τους. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ μία μετάφραση νὰ ἐπικρατοῦσε σὲ ὅλο τὸν ἑλληνικὸ χῶρο -πρᾶγμα ἀδύνατον-, μετὰ ἀπὸ παρέλευση μιᾶς δεκαετίας περίπου θὰ ἐθεωρεῖτο πλέον ξεπερασμένη, σύμφωνα μὲ τὰ κριτήρια τῶν ὀπαδῶν τῆς μεταγλώττισης, λό­γῳ τῆς ἐξέλιξης τῆς γλώσσας. Καὶ εἶναι ἀπρόβλεπτες ὅλες οἱ συνέπειες τῆς ἀπώλειας τῆς καθιερωμένης λειτουργικῆς γλώσσας, τὴν ὁποία θέλει νὰ ἐπιφέρη ὁ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν με­ταρρυθμιστικὸς ζῆλος.

 Μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀναφορὰ τῶν δύο ἀνωτέρω μεταφράσεων τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀναφέρουμε μὲ πολλὴ λύπη μας, ὅτι σ’ αὐτὲς (καθὼς καὶ σὲ ἄλλες μεταφράσεις λειτουργικῶν καὶ ἁγιογραφικῶν κειμένων τῆς ἴδιας Μητροπόλεως) ὑπάρχουν δυστυχῶς πολλὰ καὶ σοβαρότατα λάθη. Ἡ ὑπόδειξή τους ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ παρόντος ἄρθρου. Θεωροῦμε ὅμως ὅτι τὸ σοβαρότερο λάθος εἶναι αὐτὴ ἡ ὅλη τάση γιὰ μεταγλώττιση τῶν ἱε­ρῶν κειμένων (διότι τὰ ἐπὶ μέρους γραμματικά, συντακτικά, τυπογραφικά, παρανοήσεως, ἢ καὶ θεολογικά, λάθη μπορεῖ κάποτε νὰ διορθωθοῦν).

 Τὸ θλιβερότερο ὅμως στὴν προκειμένη περίπτωση εἶναι ὅτι οἱ ἐν λόγῳ μεταφράσεις ἐπιβάλλονται δυστυχῶς μὲ δυναστικὸ τρόπο νὰ τελοῦνται ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς τῆς Μητροπόλεως. Καὶ βέβαια δὲν ρωτήθηκε καθόλου τὸ πλήρωμα τῶν πιστῶν. Δικαιολογημένα λοιπὸν τίθεται τὸ ἐρώτημα: Γιὰ ἕνα τόσο σοβαρὸ θέμα δὲν θὰ ἔπρεπε πρῶτα νὰ λάβη ἀπόφαση ἡ Ἐκκλησία συνοδικῶς (ἂν ὄχι Παν­ορθόδοξη Σύν­ο­δος, τουλάχιστον τὸ Οἰκουμενικὸ Πα­τριαρχεῖο, ἢ ἔστω ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος); Μπορεῖ ὁ καθένας ποὺ θεωρεῖ ἀκατανόητη καὶ ξεπερασμένη τὴ λειτουργικὴ γλῶσσα νὰ συντάσση μία μετάφραση καὶ νὰ τὴν ἐκδίδη; Ὁπωσδήποτε αὐτὸ εἶναι θέμα ποὺ ὑπερβαίνει τὰ στενὰ ὅρια μιᾶς Μη­τροπόλεως καὶ ἀφορᾶ ὅλους τοὺς Ὀρθόδοξους Ἕλληνες.

  Στὴν ἱστορία τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας παρουσιάστηκαν ἀνάλογα φαινόμενα, τὸ 1834 (ὅταν ἡ Βιβλικὴ Ἑταιρεία ἐξέδωσε τὴν Ἁγία Γραφὴ σὲ μετάφραση τοῦ Νεοφύ­του Βάμβα) καὶ τὸ 1901 (τὰ λεγόμενα Εὐαγγελικά). Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀπέρριψε τὶς μεταφράσεις. Ἡ σχετικὴ ἀπόφαση πέ­ρασε στὸ ἑλληνικὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 (ἄρ­θρο 2, παράγρ. 2) καὶ τροποποιήθηκε στὴν ἀναθεώρηση τοῦ Συντάγματος τὸ 1976 ὡς ἑξῆς: «Τὸ κείμενο τῆς Ἁγίας Γρα­φῆς τηρεῖται ἀναλλοίωτο. Ἡ ἐπίσημη μετάφραση σὲ ἄλ­λο γλωσσικὸ τύπο ἀπαγορεύεται χωρὶς τὴν ἔγκριση τῆς αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλ­λάδος καὶ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας στὴν Κωνσταντινούπολη» (ἄρθρο 3, πα­ράγρ. 3). Τί περισσότερο χρειάζεται γιὰ νὰ πεισθοῦν γιὰ τὴν ἔλλειψη νομιμότητος ὅσοι προβαίνουν σὲ αὐθαίρετες μεταφράσεις (ὄχι μόνο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀλλὰ καὶ τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τῶν ἄλλων ἱερῶν κειμένων), τὶς ἐκδίδουν καί, τὸ χειρότερο, τὶς ἐπιβάλλουν;

 Μὲ πόνο ψυχῆς παρακαλοῦμε τὴν Ἱερὰ Σύνοδο νὰ λάβη κάποια ἀπόφαση ποὺ θὰ θέση τέρμα στὴν ἐκκλησιαστικὴ αὐτὴ ἀναρχία καὶ θὰ πάρη μία ξεκάθαρη θέση στὴν ὁλοένα αὐ­ξανόμενη τάση μεταγλωττίσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων. Ἂς ἀποσυρθῆ κάθε εἴδους μετάφραση ἀπὸ τὴν θεία Λατρεία, καὶ ἂς χρησιμοποιηθῆ μόνο ὡς ἑρμηνευτικὸ βοήθημα στὸ κήρυγμα καὶ τὴν κατήχηση. Ἡ ἐγκατάλειψη τῆς λειτουργικῆς γλώσσας, μὲ τὴν ὁποία προσευχήθηκαν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, στὴν θεία Λατρεία -ὅπου εἶναι ἡ τελευταία περιοχὴ ζωντανῆς χρήσεώς της- θὰ σημάνη τὴν ὁριστικὴ ἀποκοπὴ τῶν συγχρόνων Ἑλ­λήνων ἀπὸ τὶς ρίζες τῆς παραδόσεώς μας, μὲ τεράστιες ἀρνητικὲς συνέπειες. Ἡ εὐθύνη ὅλων μας εἶναι μεγάλη.
περ. «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ», τ. 46, ΙΑΝ. – ΜΑΡΤ. 2010
Ὑπογράφουν οἱ κατωτέρω Ἁγιορεῖτες Ἱερομόναχοι, μὲ τὶς συνοδεῖες τους:
Ἱερομόναχος Γρηγόριος, Ἱερὸν Κελλίον Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Καρυές
Ἱερομόναχος Ἀρσένιος, Ἱερὸν Κελλίον Γενεσίου τῆς Θεοτόκου «Παναγούδα», Καρυές
Ἱερομόναχος Εὐθύμιος, Ἱερὰ Καλύβη Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, Καψάλα

1 σχόλιο:

  1. Είναι αναμφισβήτητο, ότι τα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας μας ΔΕΝ μπορούν να μεταφραστούν!!!
    Κι αυτό, όχι από έλλειψη γνωστικής ικανότητας, αλλά διότι είναι ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΑ!! Ύμνοι, τροπάρια που έχουν συντάξει Άγιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, αν επιχειρήσει κανείς να τα μεταφράσει, θα καταλάβει ότι είναι αδύνατον..Η κατανόηση των νοημάτων τους επιτυγχάνεται με τη Χάρη του Θεού και προϋποθέτει βίωμα, θέληση, πίστη και συμμετοχή στη Θ.Λατρεία..
    Ας ψάξουμε στα παλαιότερα χρόνια που άνθρωποι, κατά κόσμον αγράμματοι, ήξεραν απ΄έξω το Ευαγγέλιο, ύμνους και τροπάρια της Εκκλησίας μας και παράλληλα έδιναν και την ερμηνεία τους...
    Πώς εξηγείται...;;;; Απλά... δεν ήταν "σύγχρονοι Έλληνες" ..

    ΑπάντησηΔιαγραφή