Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

ΣΑΒΒΑΤΟΝ  19  ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ  2013

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ  ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

ΤΟΥ  ΠΡΟΦΗΤΟΥ  ΙΩΗΛ  

ΚΕΙΜΕΝΟΝ
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, σταθες ὁ Πτρος σν τος νδεκα πρε τν φωνν ατο κα πεφθγξατο ατος· νδρες ουδαοι κα ο κατοικοντες ερουσαλμ παντες, τοτο μν γνωστν στω κα νωτσασθε τ ρματ μου. Ο γρ, ς μες πολαμβνετε, οτοι μεθουσιν· στι γρ ρα τρτη τς μρας·λλ τοτ στι τ ερημνον δι το προφτου ωλ· κα σται ν τας σχταις μραις, λγει Θες, κχε π το πνεματς μου π πσαν σρκα, κα προφητεσουσιν ο υο μν κα α θυγατρες μν, κα ο νεανσκοι μν ρσεις ψονται κα ο πρεσβτεροι μν νπνια νυπνιασθσονται· κα γε π τος δολους μου κα π τς δολας μου ν τας μραις κεναις κχε π το πνεματς μου, κα προφητεσουσι. Κα δσω τρατα ν τ οραν νω κα σημεα π τς γς κτω, αμα κα πρ κα τμδα καπνο· λιος μεταστραφσεται ες σκτος κα σελνη ες αμα πρν λθεν τν μραν Κυρου τν μεγλην κα πιφαν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Κατ΄ ἐκείνας τὰς ἡμέρας, ἀφοῦ σηκώθηκε ὁ Πέτρος μαζὶ μὲ τοὺς ἕνδεκα, ὕψωσε τὴν φωνήν του καὶ τοὺς εἶπε, «Ἄνδρες Ἰουδαῖοι καὶ ὅλοι σεῖς ποὺ κατοικεῖτε εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἂς γίνῃ τοῦτο γνωστὸν σ’ ἐσᾶς καὶ ἀκοῦστε προσεκτικὰ τὰ λόγια μου. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν εἶναι μεθυσμένοι, καθὼς νομίζετε, διότι εἶναι ἡ τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἔχει λεχθῆ διὰ τοῦ προφήτου Ἰωήλ, Θὰ συμβῇ τοῦτο κατὰ τὰς ἐσχάτας ἡμέρας, λέγει ὁ Θεός, θὰ ἐκχύσω ἀπὸ τὸ Πνεῦμά μου εἰς κάθε ἄνθρωπον καὶ θὰ προφητεύσουν οἱ υἱοί σας καὶ αἱ θυγατέρες σας καὶ οἱ νέοι σας θὰ ἰδοῦν ὁράσεις καὶ οἱ γέροντές σας θὰ ὀνειρευθοῦν ὄνειρα· ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς δούλους μου καὶ εἰς τὰς δούλας μου κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας θὰ χύσω ἀπὸ τὸ Πνεῦμά μου, καὶ θὰ προφητεύσουν. Θὰ δώσω τέρατα εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω καὶ σημεῖα εἰς τὴν γῆν κάτω, αἷμα καὶ φωτιὰ καὶ καπνώδη ἀτμόν. Ὁ ἥλιος θὰ μεταβληθῇ σὲ σκοτάδι καὶ ἡ σελήνη σὲ αἷμα πρὶν ἔλθῃ ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, ἡ μεγάλη καὶ ἔνδοξη. Καὶ τότε ὁ καθένας ποὺ ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου θὰ σωθῇ.


ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ  ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

ΤΗΣ  ΗΜΕΡΑΣ

ΣΑΒΒΑΤΟΥ  Β΄  ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ  ΛΟΥΚΑ  

ΚΕΙΜΕΝΟΝ
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ν διδσκων ὁ Ἰησοῦς· κα σαν καθμενοι Φαρισαοι κα νομοδιδσκαλοι, ο σαν ληλυθτες κ πσης κμης τς Γαλιλαας κα ουδαας κα ερουσαλμ· κα δναμις Κυρου ν ες τ ἰᾶσθαι ατος. Κα δο νδρες φροντες π κλνης νθρωπον ς ν παραλελυμνος κα ζτουν ατν εσενεγκεν κα θεναι νπιον ατο. Κα μ ερντες ποας εσενγκωσιν ατν δι τν χλον, ναβντες π τ δμα δι τν κερμων καθκαν ατν σν τ κλινιδίῳ ες τ μσον μπροσθεν το ησο. Κα δν τν πστιν ατν επεν ατ· νθρωπε, φωντα σοι α μαρται σου. Κα ρξαντο διαλογζεσθαι ο γραμματες κα ο Φαρισαοι λγοντες· τς στιν οτος ς λαλε βλασφημας· τς δναται φιναι μαρτας ε μ μνος Θες;πιγνος δ ησος τος διαλογισμος ατν ποκριθες επε πρς ατος· τ διαλογζεσθε ν τας καρδαις μν; Τ στιν εκοπτερον, επεν, φωντα σοι α μαρται σου, επεν, γειρε κα περιπτει;να δ εδτε τι ξουσαν χει υἱὸς το νθρπου π τς γς φιναι μαρτας επε τ παραλελυμν· σο λγω, γειρε κα ρας τ κλινδιν σου πορεου ες τν οκν σου. Κα παραχρμα ναστς νπιον ατν, ρας φ᾿ κατκειτο πλθεν ες τν οκον ατο δοξζων τν Θεν. Κα κστασις λαβεν παντας κα δξαζον τν Θεν, κα πλσθησαν φβου λγοντες τι εδομεν παρδοξα σμερον.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ
 
Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ἐδίδασκε ὁ Ἰησοῦς καὶ πλησίον του ἐκάθοντο Φαρισαῖοι καὶ νομοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἔλθει ἀπὸ κάθε χωριὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ τῆς Ἰουδαίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ. Καὶ δύναμις Κυρίου ἦτο μαζί του διὰ νὰ κάνῃ θεραπεῖες. Μερικοὶ ἄνδρες ἔφεραν ἐπάνω σὲ κρεββάτι κάποιον ποὺ ἦτο παράλυτος καὶ ἐζητοῦσαν νὰ τὸν φέρουν μέσα καὶ νὰ τὸν βάλουν ἐμπρός του Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εὕρισκαν κανένα τρόπον νὰ τὸν φέρουν μέσα ἐξ’ αἰτίας τοῦ πλήθους ἀνέβηκαν εἰς τὴν στέγην καὶ τὸν κατέβασαν ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ κεραμίδια, μαζὶ μὲ τὸ μικρό του κρεββάτι, εἰς τὸ μέσον ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἰησοῦν. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἶδε τὴν πίστην τους, τοῦ εἶπε, «Ἄνθρωπε, σοῦ συγχωροῦνται αἱ ἁμαρτίες σου». Οἱ γραμματεῖς καὶ  οἱ Φαρισαῖοι ἄρχισαν νὰ σκέπτωνται, «Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ λέγει βλασφημίες; Ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίες παρὰ μόνον ὁ Θεός;» Ἐπειδὴ κατάλαβε ὁ Ἰησοῦς τὰς σκέψεις των, τοὺς εἶπε, «Τί σκέπτεσθε μέσα σας; Τί εἶναι εὐκολώτερον νὰ πῶ, «Σοῦ συγχωροῦνται αἱ ἁμαρτίαι» ἢ νὰ πῶ, «Σήκω καὶ περπάτει;». Διὰ νὰ μάθετε ὅμως ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσίαν εἰς τὴν γῆν νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίες» – εἶπε εἰς τὸν παράλυτον – «Σοῦ λέγω, σήκω καὶ πάρε τὸ κρεββάτι σου καὶ πήγαινε σπίτι σου». Καὶ ἀμέσως ἐσηκώθηκε μπροστά τους, ἐπῆρε τὸ κρεββάτι ὅπου ἤτανε ξαπλωμένος καὶ ἐπῆγε σπίτι του δοξάζων τὸν Θεόν. Καὶ ἔγιναν ὅλοι ἔκθαμβοι καὶ ἐδόξαζαν τὸν Θεὸν καὶ γεμᾶτοι ἀπὸ φόβον ἔλεγαν, «Εἴδαμε παράδοξα πράγματα σήμερα».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου