Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

ΣΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Α´ -3 

(Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Στήν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ Α´

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Θεός ἐπί γῆς, ἄνθρωπος ἐν οὐρανῷ» Ἀθῆναι 2012, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 84-89 ΠΗΓΗ ἠλ. κειμ. «Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ»

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Α´ -1

Μέρος Β´: ΣΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Α´ -2 (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)

.           Αὐτό πού εἰπώθηκε νωρίτερα καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν δέν ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ αὐτό πού ἀναφέρεται ἐδῶ καί καλέσουσι τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός. Στήν πρώτη περίπτωση ὁ Ἰωσήφ πῆρε τήν ἐντολή νά Τόν ὀνομάσει Ἰησοῦ, δηλαδή Σωτήρα. Στή δεύτερη ἀναφέρεται πώς τό παιδίον θά ὀνομαστεῖ ἀπό ἀνθρώπους καί λαούς Ἐμμανουήλ (ὁ Θεός μεθ᾿ ἡμῶν). Καί τό ἕνα ὄνομα καί τό ἄλλο δίνουν, τό καθένα μέ τόν τρόπο του, πλῆρες νόημα τῆς αἰτίας τῆς ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο καί τῆς διακονίας Του σ᾿ αὐτόν. Θά ἔρθει γιά νά συγχωρήσει ἁμαρτίες, νά σπλαχνιστεῖ τούς ἀνθρώπους καί νά τούς λυτρώσει ἀπό τήν ἁμαρτία, καί γι᾿ αὐτό θά ὀνομαστεῖ Ἰησοῦς (Σωτήρας). «Τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μή εἶς ὁ Θεός;» (Μάρκ. β´ 7). Κανένας ἄνθρωπος στόν κόσμο. Καμιά ὕπαρξη, οὔτε στόν οὐρανό οὔτε στή γῆ δέν ἔχει τό δικαίωμα νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες, νά λυτρώσει ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀλλά μόνο ὁ Θεός. Γιατί ἡ ἁμαρτία εἶναι σκουλήκι στήν καρδιά τῆς ἀρρώστιας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Κανένας δέ γνωρίζει τόν ἀβυσσαλέο τρόμο τῆς ἁμαρτίας ὅπως ὁ ἀναμάρτητος Θεός. Καί κανένας δέν μπορεῖ ν᾿ ἀποκαλύψει καί νά καταστρέψει τό σκουλήκι τῆς ἁμαρτίας, παρά μόνο ὁ Θεός. Ἔτσι, ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς συγχωροῦσε ἁμαρτίες κι ἔκανε τούς ἀνθρώπους ὑγιεῖς, εἶναι Θεός ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Ἄν κάποιος ἔπρεπε νά βάλει τά ὀνόματα μέ τή σειρά, πρῶτα ἔπρεπε ν᾿ ἀναφερθεῖ τό ὄνομα Ἐμμανουήλ κι ἔπειτα τό Ἰησοῦς. Γιά νά φέρει σέ πέρας τό ἔργο τῆς σωτηρίας ὁ νεογέννητος Θεάνθρωπος, ἔπρεπε νά εἶναι Ἐμμανουήλ, ὁ Θεός μεθ᾿ ἡμῶν. Μέ ὅποια σειρά καί νά βάλει κανείς τά ὀνόματα ὅμως, καί τά δυό ἔχουν τό ἴδιο νόημα: Ἐμμανουήλ εἶναι ὁ Σωτήρας καί Σωτήρας εἶναι ὁ Ἐμμανουήλ. Σέ κάθε περίπτωση ἕνα πράγμα εἶναι πιό σαφές ἀπ᾿ ὁτιδήποτε ἄλλο. Πώς δέν ὑπάρχει σωτηρία στόν κόσμο ἄν ὁ Θεός δέν ἔρθει σ᾿ αὐτόν, δέν ἐνανθρωπήσει. Πώς δέν ὑπάρχει λύτρωση καί σωτηρία γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους ἄν ὁ Θεός δέν εἶναι μαζί μας ὄχι σάν ἰδέα ἤ ἕνα ὄμορφο ὄνειρο, ἀλλά ὅπως εἴμαστε, μέ ψυχή, μέ σῶμα, φτωχοί καί ταλαιπωρημένοι καί τελικά, σ᾿ αὐτό πού διαφέρουμε ὅλοι ἀπό τό Θεό, θνητοί, ὑποκείμενοι στό θάνατο. Γι᾿ αὐτό καί κάθε πίστη πού διδάσκει πώς ὁ Θεός δέ σαρκώθηκε ἤ πώς δέν μπορεῖ νά σαρκωθεῖ, εἶναι ψεύτικη. Γιατί παρουσιάζει τό Θεό ὡς ἀδύνατο, ὡς κάποιον πού δέν προνοεῖ καί δέ φροντίζει. Τόν θεωρεῖ μητριά, ὄχι μητέρα. Τόν δείχνει ἀδύναμο, ἀφοῦ τόν κρατᾶ πάντα μακριά ἀπό τή μεγαλύτερη μάχη: τή μάχη ἐνάντια στό σατανά, τήν ἁμαρτία καί τό θάνατο. Ὁ σατανάς πρέπει νά περιοριστεῖ. Ἡ πρώτη ἀνάπτυξη τῆς ἁμαρτίας πρέπει νά ξεριζωθεῖ ἀπό τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ γλώσσα τοῦ ὄφη πρέπει νά συνθλιβεῖ. Πρέπει ν᾿ ἀναληφθεῖ ἕνα ἔργο πού εἶναι μεγαλύτερο καί δυσκολότερο ἀπό ἐκεῖνο πού εἶχε ὁ Ἄτλαντας νά μεταφέρει στούς ὤμους του τόν κόσμο. Ὁ Θεός μας τήν ἔκανε αὐτήν τή μάχη καί τήν ἔκανε νικηφόρα. Οἱ ἄνθρωπο πού ἔχουν διαφορετική πίστη φοβοῦνται ἀκόμα καί μέ τή σκέψη τους νά ἐπιτρέψουν στό Θεό τους νά κάνει τέτοια μάχη, ὅπου οἱ ἐχθροί τους μπορεῖ νά βγοῦν νικητές. Τί σόι μητέρα μπορεῖ νά εἶναι αὐτή πού δέν σκύβει ἀπό ἀγάπη γιά τό παιδί της νά τό παίξει, νά τό παρηγορήσει, νά τοῦ σιγοτραγουδήσει; Πολύ περισσότερο μάλιστα ὅταν τό παιδί της κινδυνεύει ἀπό πυρκαγιά ἤ ἀπό ἄγρια θηρία;
.           Ἄχ, Κύριε! Συγχώρεσέ μας πού κάνουμε τέτοιες σκέψεις, πού ἔχουμε τέτοιους προβληματισμούς. Πῶς θά μποροῦσες νά εἶσαι ὁ στοργικός Δημιουργός ἄν ἡ εὐσπλαχνία Σου δέ σέ παρακινοῦσε νά κατέβεις στή γῆ καί νά κινηθεῖς ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους; Πῶς θά μποροῦσες νά κοιτάξεις τήν ἀθλιότητά μας ἀπό ἀπόσταση ἀσφαλείας καί νά μή βάλεις τό χέρι Σου στή φωτιά γιά μᾶς ἤ νά κατέβεις στό λάκκο ὅπου εἴμαστε ἐγκλωβισμένοι μαζί μέ ἄγρια θηρία;
.           Κατέβηκες πραγματικά ἀνάμεσά μας, ἔκανες πολύ περισσότερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἀπαιτεῖ ὁποιοδήποτε εἶδος ἀνθρώπινης ἀγάπης. Ἔλαβες σάρκα, γιά νά σώσεις ἐκείνους πού φοροῦν σάρκα. Ἤπιες ἀπό τό ποτήρι τῶν θλίψεων ὅλων τῶν πλασμάτων Σου, χωρίς νά τό μοιραστεῖς μέ κανέναν, τό ρούφηξες ὅλο μόνος Σου. Γι᾿ αὐτό εἶσαι ὁ Σωτήρας μας, γιατί ἔζησες ἀνάμεσά μας, ἄν καί εἶσαι Θεός. Ἔζησες ὡς Θεός ἀνάμεσά μας γιατί ἤσουν ὁ Σωτήρας μας. Δόξα Σοι, Ἰησοῦ, Ἐμμανουήλ!
.           Ἄς πᾶμε πίσω στόν Ἰωσήφ τώρα. Εἶδε πάρα πολύ καθαρά, μέ φόβο καί δέος, πώς γύρω του ὑφαινόταν ἕνα χαλί πού ὅμως ἦταν διάφανο σάν τό φῶς τοῦ ἥλιου κι εὐχάριστο σάν τόν ἀέρα. Ἕνα χαλί τοῦ ὁποίου καμβάς ἦταν ὁ Παντοδύναμος, τά μεταξωτά νήματα οἱ ἄγγελοι κι ὅλη ἡ κτήση. Ἦταν προορισμός του νά λειτουργήσει ὡς ὄργανο τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτό τό χαλί τῆς Νέας Κτίσης. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι σίγουρος πώς μέσ᾿ ἀπ᾿ αὐτόν ἐνεργεῖ ὁ Θεός, εἶναι ἀδύναμος, διστακτικός, προσεχτικός, ὅταν ὅμως νιώσει πώς ὁ Θεός τόν ἔχει πάρει στά χέρια Του, ὅπως ὁ σιδηρουργός κρατάει τό σίδερο γιά νά φτιάξει ἕνα ἐργαλεῖο, τότε αἰσθάνεται ταυτόχρονα δυνατός καί ταπεινός, ἀποφασιστικός στίς ἐνέργειές Του, στηριγμένος ἀπό τό Θεό.
.           Ὅταν ξύπνησε ὁ Ἰωσήφ ἔπραξε ὅπως τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος. Πῆρε τή Μαρία μαζί του «καί οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον, καί ἐκάλεσε τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» (Ματθ. α´ 25). Ὅταν διαβάζουμε τό εὐαγγέλιο πρέπει νά προσπαθοῦμε νά μποῦμε στό πνεῦμα στό εὐαγγελιστῆ, ὄχι νά προβάλουμε τό δικό μας πνεῦμα στό εὐαγγέλιο. Ὁ εὐαγγελιστής μιλάει μέ θαυμασμό γιά τή θαυμαστή γέννηση τοῦ Σωτήρα μας. Βασικό μέλημά του εἶναι νά μᾶς δείξει ὅτι ἡ γέννηση αὐτή ἔγινε μέ θαυμαστό τρόπο. Αὐτό πού τονίζει ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος στό εὐαγγέλιο εἶναι ἤδη ἡ τέταρτη ἀπόδειξη τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Πρῶτα λέει πώς ἡ Παρθένος Μαρία ἦταν ἁπλά μνηστευμένη μέ τόν Ἰωσήφ. Δεύτερο, ὅτι εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Τρίτο, ὅτι ὁ ἄγγελος ἔδειξε σέ ὄνειρο πώς ἡ ἐγκυμοσύνη της ἦταν θαυμαστή, ὑπερφυσική. Καί τέταρτο, βλέπουμε τώρα ὅτι ὁ ἄγγελος ἐπαναλαμβάνει μέ τά λόγια αὐτά πώς ὁ Ἰωσήφ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον.
.           Εἶναι καθαρότερο κι ἀπό τό φῶς τῆς ἡμέρας πώς ὁ εὐαγγελιστής ἐδῶ δέ λέει σέ καμιά περίπτωση πώς μετά τή γέννηση ὁ Ἰωσήφ εἶχε σαρκικές σχέσεις μέ τή Μαρία. Αὐτό πού δέν ἔγινε ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς, δέν ἔγινε καί μετά, ὅταν Τόν εἶχε γεννήσει. Ἄν ποῦμε γιά κάποιον πώς ὅσο κρατοῦσε ἡ Θεία λειτουργία δέν πρόσεχε τά λόγια τοῦ ἱερέα, δέ σημαίνει πώς ὅταν τέλειωσε ἡ λειτουργία πρόσεχε τά λόγια αὐτά. Ἤ ἄν ποῦμε πώς ὁ τσοπάνος τραγουδάει ἐνόσω τά πρόβατα βόσκουν, δέ σημαίνει πώς ὁ τσοπάνος σταμάτησε τό τραγούδι ὅταν τά πρόβατα σταμάτησαν τή βοσκή. Ὁ Θεοφύλακτος λέει: «Ὅταν εἰπώθηκε τήν ἐποχή τοῦ κατακλυσμοῦ ὅτι ὁ κόρακας δέ γύρισε στήν κιβωτό ὡσότου στεγνώσει ἡ γῆ, δέ σημαίνει ὅτι γύρισε μετά, ἤ ὅταν εἶπε ὁ Χριστός, «Ἰδού ἐγώ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας, ἔως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος», δέ σημαίνει πώς μετά δέ θά εἶναι μαζί τους.
.           Ἡ λέξη «πρωτότοκος» ἰσχύει μόνο γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ, πού εἶναι ὁ πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους τούς βασιλεῖς, «πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς» (Ρωμ. η´ 29), πού σημαίνει: πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους τούς σεσωσμένους καί υἱοθετημένους ἀνθρώπους. Ἄν ἡ λέξη πρωτότοκος γραφόταν μέ κεφαλαῖο γράμμα, ὡς κάποιος εἰδικός τίτλος, δέ θά ὑπῆρχε ἀμφιβολία γιά τή σημασία της. Τό ἴδιο θά γινόταν ἄν πρίν ἀπό τή λέξη πρωτότοκος εἶχε κόμμα, δέ θά ὑπῆρχε τότε ἀμφιβολία ἤ σύγχυση. Ἔτσι λοιπόν πρέπει νά διαβάσουμε τή φράση: καί ἔτεκε τόν Υἱόν αὐτῆς, τόν Πρωτότοκον. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ Πρωτότοκος ὡς Δημιουργός τῆς Νέας Βασιλείας, ὡς ὁ Νέος Ἀδάμ.
.           Στό βίο τοῦ ὁσίου Ἀμμούν (πού γιορτάζεται στίς 4 Ὀκτωβρίου) ἀναφέρεται πώς ἔζησε ὡς ἔγγαμος δεκαοκτώ χρόνια χωρίς νά ‘χει καμιά σαρκική ἐπαφή μέ τή γυναίκα του. Ἡ ἁγία μάρτυς Ἀναστασία (+ 22 Δεκεμβρίου) ἦταν ἀρκετά χρόνια παντρεμένη μέ τό ρωμαῖο συγκλητικό Πούπλιο, χωρίς νά ὁλοκληρωθεῖ ποτέ σαρκικά ὁ γάμος τους. Παραθέτουμε ἐδῶ δυό μονάχα μαρτυρίες ἀνάμεσα ἀπό χιλιάδες ἄλλες. Ἡ Παρθένος Μαρία,  ἡ ὑπέρτατη καί πάναγνη παρθένος πρό, κατά καί μετά τή γέννηση, ἐνέπνευσε χιλιάδες νέους καί νέες νά ζήσουν παρθενική ζωή στή μακρόχρονη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀτενίζοντας τό μεγαλεῖο τῆς παρθενίας της πολλές ἔγγαμες γυναῖκες ἔσπασαν τά δεσμά τοῦ γάμου καί ἀφοσιώθηκαν στήν παρθενική ἁγνότητα. Βλέποντας τό ὑπέροχο παράδειγμά της πολλοί ἄνθρωποι πού ζοῦσαν μιά ἐντελῶς ἀνήθικη ζωή, ἐγκατέλειψαν τήν ἁμαρτία καί καθάρισαν τήν ψυχή τους μέ δάκρυα καί προσευχή. Πῶς θά μποροῦσε νά σκεφτεῖ κανείς λοιπόν ὅτι ἡ πάναγνη Παρθένος, ὁ στύλος καί ἡ ἔμπνευση τῆς χριστιανικῆς ἁγνότητας καί παρθενίας διά μέσου τῶν αἰώνων, βρίσκεται σέ χαμηλότερη βαθμίδα ἁγνότητας καί παρθενίας ἀπό τήν Ἀναστασία, τή Θέκλα, τή Βαρβάρα, τήν Αἰκατερίνα, τήν Παρασκευή κι ὅλες τίς ἄλλες ἀναρίθμητες παρθένες; Πῶς εἶναι δυνατό καί νά φανταστεῖ κανείς πώς ἐκείνη πού γέννησε κατά σάρκα τόν ἀπαθῆ Κύριο, θά μποροῦσε νά ζήσει στή σκιά τοῦ σαρκικοῦ πάθους; Ἐκείνη πού ἐγκυμονοῦσε καί γέννησε τό Θεό «ἦταν παρθένος ὄχι μόνο σαρκικά ἀλλά καί πνευματικά», λέει ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος. Κι ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρομοιάζει τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ μέλισσα λέγοντας: «Ὅπως ἡ μέλισσα δέν μπαίνει σέ κάποιο βρώμικο δοχεῖο, ἔτσι καί τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἰσέρχεται σέ ἀκάθαρτη ψυχή».
.           Ἄς σταματήσουμε τώρα τήν ὁμιλία μας ἐδῶ. Γι᾿ αὐτά τά θέματα πρέπει λιγότερο νά μιλᾶμε καί περισσότερο νά θαυμάζουμε. Ὅπου κατοικεῖ ἡ ὑπακοή κι ἡ ταπείνωση στό Θεό, ἐκεῖ ὑπάρχει ἁγνότητα. Ὁ Κύριος θεραπεύει τούς ὑπάκουους καί ταπεινούς δούλους Του ἀπό κάθε πάθος κι ἐπιθυμία αἰσχρή. Ἔμεις ἄς προσπαθήσουμε νά καθαρίσουμε τή συνείδησή μας, τήν ψυχή μας, τήν καρδιά καί τό νοῦ μας, γιά ν᾿ ἀξιωθοῦμε νά δεχτοῦμε τήν εὐλογημένη δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νά εὐχηθοῦμε νά πάψει ἡ γῆ νά βγάζει ζιζάνια στόν μέσα μας ἄνθρωπο, ὥστε τό Ἅγιο Πνεῦμα νά μᾶς ὁδηγήσει σέ καινούργια ζωή, νά μᾶς κάνει καινούργιους ἀνθρώπους, κατά μίμηση τοῦ Κυρίου καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ᾿ Αὐτόν πρέπει ἡ δόξα, ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἄγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια καί ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

ΠΗΓΗ:   ΚΛΙΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου