Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Η Εκκλησία και ο Απελευθερωτικός Αγώνας





Η προς την ελευθερίαν ορμή του γένους ήτο τοιαύτη, ώστε δεν ηδύνατο η Εκκλησία να μείνει αμέτοχος του απελευθερωτικού αγώνος. Οι κληρικοί ως μέλη της «Φιλικῆς Ἑταιρείας»  ειργάσθησαν μετά πολλής δραστηριότητος. Απλούc ιερεύς ο παπά Γεώργιος, εν αυτή τη Κωνσταντινουπόλει εντός δύο μόνον μηνών του 1817 εμύησε 15.000 άτομα εις την «Φιλικὴν Ἑταιρίαν».. Ουδείς των επισήμων αρχιερέων, της ΙΙελοποννήσου ιδίως, έμεινεν αμύητος. Μέλος αυτής υπήρξε και ο εκ Πάτμου καταγόμενος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, ο δε Γερμανός Ε΄ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως το γ΄ προσκληθείς εις τον πατριαρχικόν θρόνον τη 14 Δεκεμβρίου 1818 ευρέθη εν μέσω επαναστατικού οργασμού. ΙΙροσωπικώς ο μέγας εθνάρχης εφρόνει ότι η επανάστασις ήτο πρόωρος, την γνώμην δε ταύτην ησπάζοντο ο Ιωάννης Καποδίστριας και ο Αδαμάντιος Κοραής. Αλλά απέβη ανεπίσχετος η ορμή προς τον απελευθερωτικόν αγώνα. Η επικειμένη επανάστασις δεν ήτο στάσις κατά νομίμου αρχής, ούτε ρήξις ηθικώς επιβεβλημένης υποταγής εις νόμιμον και δικαίαν εξουσίαν, αλλά ήτο πόλεμος του Ελληνικού Έθνους νόμιμος και ιερός κατά του ξένου κατακτητού, υπό την εξουσίαν του οποίου δεν ήτο δυνατόν να ζήσωσιν ελεύθεροι πολίται. Τούτου ένεκα η Εκκλησία επηυλόγησε τον αγώνα και συμμετέσχεν αυτού.
Η σημαία του απελευθερωτικού αγώνος επισήμως ηυλογήθη και ανεπετάσθη υπό του μητροπολίτου Παλαιών Πατρών Γερμανού τη 29 Μαρτίου 1821 εν τη Ιστορική μονή της Αγίας Λαύρας, σύνθημα δε του αγώνος υπήρξε: «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος». Ο αγών προσέλαβε θρησκευτικόν χαρακτήρα και δια τους Έλληνας, δια της συμμετοχής της Εκκλησίας και δια τους Τούρκους. Διότι ο σουλτάνος Μαχμούτ προσεκάλεσε τους «πιστούς», ίνα εξεγερθώσι κατά των απίστων προς διάσωσιν του κινδυνεύοντος ισλαμισμού, ηξίωσε δε παρά του Πατριάρχου Γρηγορίου ν’ αφορίσει τον αρχηγόν της επαναστάσεως, Αλέξανδρον Υψηλάντην. Ηπειλείτο γενική σφαγή των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως υπό του εκφανατισθέντος τουρκικού όχλου, όθεν ο Πατριάρχης προς πρόληψιν της σφαγής, ηναγκάσθη να υποχωρήσει εις την τουρκικήν αξίωσιν. Τούτο όμως δεν ικανοποίησε τον σουλτάνον, όστις αγρίως εστράφη κατά των ιεραρχών και των κορυφών του έθνους. Τη 24 Μαρτίου 1821 εφυλακίσθη ο διαπρεπής μητροπολίτης Εφέσου Διονύσιος Καλλιάρχης, μέλος ων τότε της ιεράς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως. Αναρίθμητοι κληρικοί και λαϊκοί απηγχονίσθησαν ή εσφάγησαν εν Κωνσταντινουπόλει και εν ταις επαρχίαις. Εν Τριπόλει εφυλακίσθησαν οι περισσότεροι αρχιερείς της Πελοποννήσου μετ’ εξεχόντων προυχόντων, υποστάντες ανεκδιηγήτους ταλαιπωρίας. Κατά διαταγήν του Σουλτάνου εν Κωνσταντινουπόλει εφυλακίσθησαν τρεις έτι αρχιερείς: ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος, ο Τορνόβου Ιωαννίκιος, ζητηθέντες ως όμηροι παρά του πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄,  ον ο σουλτάνος κατέστησε προσωπικώς υπεύθυνον δια την ησυχίαν των Χριστιανών. Η συνοικία του Φαναρίου εν Κωνσταντινουπόλει, ένθα το πατριαρχείο, είχε μεταβληθεί εις σφαγείον ανθρώπων.
Ο πατριάρχης Γρηγόριος, ενώ ηδύνατο να φύγει εκ Κωνσταντινουπόλεως, απεφάσισε παρά τας επιμόνους περί φυγής προτροπάς, να μείνει, έτοιμος ων να θυσιασθεί χάριν του ποιμνίου του. Διότι η σφαγή του αναμφιβόλως έμελλε να χρησιμεύσει ως σύνθημα γενικής σφαγής. Την νύκτα του Πάσχα του 1821 (10 Απριλίου) ο πατριάρχης ετέλεσε το ύστατον την θείαν Λειτουργιαν εν τω πατριαρχικώ ναώ,  κατά διαταγήν δε του σουλτάνου συλληφθείς την πρωίαν, απηγχονίσθη μετά μεσημβρίαν εν τη πύλη του πατριαρχίου. Επί τρείς ημέρας έμεινε κρεμάμενον το λειψανόν του, ύστερον δε περιυβρισθέν υπό Τούρκων και Εβραίων ερρίρθη εις την θάλασσαν, αλλά υπό ελληνικού πλοίου εσώθη εις Ρωσίαν. Η αποτροπαία πράξις του απαγχονισμού του πατριάρχου, προσδούσα έτι μάλλον θρησκευτικόν χαρακτήρα εις τον απελευθερωτικόν αγώνα, συνετέλεσεν εις την ενίσχυσιν των ηρώων αγωνιστών, οίτινες ωρκίσθησαν να εκδικηθώσι δια τον μαρτυρικόν θάνατον του πατριάρχου. Κατά την ημέραν εκείνην του Πάσχα απηγχονίσθησαν εν Κωνσταντινουπόλει οι 9 μητροπολίται Εφέσου Διονύσιος, Αγχιάλου Ευγένιος, Νικομήδειας Αθανάσιος, όστις γέρων ων εξέπνευσε καθ’ οδόν. Οι δήμιοι εκρέμασαν από της αγχόνης το άπνουν λείψανον. Τη 3 Μαΐου απεκεφαλίσθη ο εκατοντούτης γέρων επίσκοπος Μαριουπόλεως, τη επαύριον οι μητροτολίται Δέρκων, Αδριανουπόλεως και Γορνόβου. Εν τω μεταξύ οο γενίτσαροι ορμήσαντες κατεπάτησαν το πατριαρχείον. Αι αυταί βιαιοπραγίαι διεπράττοντο και εν τας επαρχίας, εν Σμύρν, εν Αδριανουπόλει, ένθα τη 18 Απριλίου απηγχονίσθη ο πρώην πατριάρχης Κωνσταντινουτόλεως Κύριλλος ζ΄ μετά 8 άλλων κληρικών και 0 λαϊκών. Εν Κύπρω τη  9 Ιουλίου απηγχονίσθησαν ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός μετά των μητροπολιτών της Κύπρου και πλείστων προυχόντων Ελλήνων. Εν Κρήτη ωσαύρως εσφαγιάσθησαν  επίσκοποι και άλλοι κληρικοί, εν Ιερουσαλήμ υπέστησαν οι Έλληνες μοναχοί μυρίας κακώσεις, ως και οι μοναχοί του Αγίου Όρους ’θω, οίτινες και δια των όπλων  μετέσχον της επαναστάσεως. Εν τη νέα Μονή της Χίου οι Τούρκοι κατέσφαξαν 200 μοναχούς, ολόκληρος δε η νήσος υπέστη απερίγραπτον πανωλεθρίαν. Μεταξύ των θυμάτων υπήρξε και ο μητροπολίτης Χίου Πλάτων Φραγκιάδης, απαγχονισθείς μετά των προυχόντων. Την αυτήν τύχην έσχεν η πόλις των Κυδωνιών. Ταυτοχρόνως εν τη κυρίως Ελλάδι, ήτις απέβη το ένδοξον πεδίον του μεγάλου απελευθερωτικού αγώνος, ο ελληνικός κλήρος ενίσχυσεν αυτόν δι’ ενεργού συμμετοχής. Διακρίθησαν δ’ εκ των επισκόπων εκτός του παλαιών Πατρών Γερμανού, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο Ταλαντίου Νεόφυτος Μεταξάς, ο Καρύστου Ν Νεόφυτος, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Ρέοντος και ΙΙραστού Διονύσιος, ο Γρηγόριος Κορώνης, απαγχονισθείς υπό των Τούρκων (14 Οκτωβρίου 18224) , ο Κορίνθου Κύριλλος, ο Έλους ’νθιμος, εκ δε των λοιπών κληρικών ο Θεόφιλος Καΐρης, ο ’νθιμος Γαζής, ο Νεόφυτος Δούκας, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και πλείστοι. Ο Ρογών Ιωσήφ προσήνεγκεν εαυτόν εις ολοκαύτωμα εν Μεσολογγίω. Τινές των επισκόπων προήδρευσαν των εθνοσυνελεύσεων και συμμετέσχον των αποπειρών προς συ)κρότησιν νομίμων διοικητικών αρχών ως υπουργοί, ως ο Ανδρούσης Ιωσήφ μινίστρος της Θρησκείας, είτα και της Δικαιοσύνης, ο Ιωνάς Δαμαλών, μινίστρος της Δικαιοσύνης. Αυτοπροσώπως παρέστη εν Ελλάδι ενισχύσας τον απελευθερωτικόν αγώνα και ο εκ Πάτμου πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος (1805 - 1825), παυθείς δια τούτο της θέσεώς του.
Η Εκκλησία και διασώσασα το έθνος επί τουρκοκρατίας και προπαρασκευάσασα την απελευθέρωσιν αυτού, έργω και λόγω συμμετέσχε και του ενδόξου απελευθερωτικού αγώνος. «Ποσάκις καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τὸ ἑλληνικὸν ἱερατεῖον ἔδωκε δείγματα ἡρωϊσμοῦ χριστιανικοῦ! Ποσάκις ἀφειδήσαντες ἑαυτῶν οἱ σεβάσμιοι τῆς Ἑκκλησίας ποιμένες ἔθεντο τὰς ψυχὰς ὑπὲρ τῶν προβάτων! Ποσάκις ἡ μειλίχιος τοῦ Εὐαγγελίου φωνὴ ἐνεθουσίασε κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως τοὺς ὑπὲρ αὐτῆς ἀγωνιζομένους!», έγραφεν εν εγκυκλίω αυτού από 9 Μαΐου 1832 ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλόςως γραμματεύς (υπουργός) των Εκκλησιαστικών προς τον κλήρον, εις των τα μάλισταπεφωτισμένων Ελλήνων των ηρωικών εκείνων χρόνων. Αλλά πάγκοινος υπήρξεν η ομολογία και η βαθεία πάντων των Ελλήνων συναίσθησις ότι μεγίστη και ανεκτίμητος υπήρξεν η συμβολή της Εκκλησίας εις την απελευθέρωσιν του έθνους.


πηγη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου