Του Τάσου Μερκούρη, παλαιού τροφίμου του Ασύλου Ανιάτων και νυν καθηγητού. Στην φωτό με τον αείμνηστο π. Ιάκωβο
Η γενική αποδοχή ότι η αγάπη προς τον πλησίον έχει ψυχρανθεί περισσότερο σήμερα, μας έκανε να ασχοληθούμε μ’ αυτό το άρθρο, δεδομένου, ότι οι ανάγκες των ανθρώπων έχουν διογκωθεί, καθώς, ο κοινωνικός ιστός έχει χαλαρώσει και γίνεται όλο και πιο διάτρητος. Η κρατική μέριμνα δεν είναι σε θέση να καλύψει τις ανάγκες και επί πλέον η εμπορευματοποίηση όλων των σταδίων περίθαλψης (υγείας, μέριμνας τού αδυνάτου και αξιοποίησής του, προστασίας και αξιοπρεπούς διαβίωσης) οξύνει δραματικά το πρόβλημα.
Το κείμενο που ακολουθεί στερείται βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης και στηρίζεται στην εμπειρία και τη μνήμη ημών. Πρόκειται για έναν ιερωμένο που έδρασε κυρίως στην Πάτρα και ζήσαμε κοντά του για δέκα και πλέον χρόνια, γίναμε μάρτυρες και εμπλεκόμενοι στο έργο του. Υπόκειται στον υποκειμενισμό του γράφοντος, όπως, σε κάποιο βαθμό, τα έργα του ανθρώπου επί γης.
Η εμπειρία μου αφορά το έργο εκκλησιαστικού προσώπου, του Αρχιμανδρίτου π. Ιάκωβου Λιαρομμάτη, κληρικού με κύριο αγώνισμα την αγάπη. Εξάσκησε την αγάπη απευθυνόμενος στους πολλούς, αλλά και πολλές φορές και διακριτικά, άφηνε σε κομοδίνο τυλιγμένα σε χαρτί λίγα χρήματα όπου ως αποστολέα έγραφε «κόραξ Ηλιού».
Ο Αρχιμανδρίτης Ιάκωβος Λιαρομμάτης, από τα λίγα που γνωρίζουμε, γεννήθηκε το 1905 στο Μπρακουμάδι (σημερινό Βασιλικό του Δήμου Ερυμάνθου) απέχον 16 χιλιόμετρα από την Πάτρα. Ο πατέρας του ήταν παπάς, ο παπα-Χρίστος, και η μητέρα του η Ευφροσύνη, το γένος Γεωργοπούλου, η οποία πέθανε νωρίς, από ό,τι συμπεραίνεται. Ο ίδιος έζησε 76 έτη και έφυγε από πνευμονικό οίδημα στις 25 Νοεμβρίου του 1981.
Η ύπαιθρος, στην δεκαετία του ’50, εγκαταλειμμένη από την Πολιτεία (και τί μπορούσε να κάνει;) και ρημαγμένη από τον πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο. Η γεωγραφική θέση της επαρχίας του Ερυμάνθου, κοντά στο βουνό, την είχε κάνει ευάλωτη στους αντάρτες του βουνού, στα γερμανικά στρατεύματα και στις μετέπειτα μάχες μεταξύ ανταρτών και κυβερνητικών, που είχαν ταλαιπωρήσει τους κατοίκους και είχαν επιτείνει τους φόβους και την κούραση από το πάλεμα με την άφορη γη της εποχής.
Το χωριό του, και όλη η επαρχία, μία αγροτοκτηνοτροφική περιοχή, με τους ανθρώπους να δουλεύουν από ήλιο σε ήλιο για να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της γης και των ζώων, προκειμένου να καλύψουν τις πλέον στοιχειώδεις ανάγκες της οικογένειάς τους.
Εδώ, λοιπόν, ο πατήρ Ιάκωβος έζησε τους φόβους και τους καημούς, τις περιπέτειες της εποχής, τελείωσε τα πρώτα γράμματα και το Σχολαρχείο. Παράλληλα κοντά στον ιερέα πατέρα του, στην εκκλησία, μεγάλωσε με την απόφαση να σπουδάσει Θεολογία. Στις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γνωρίστηκε με την οργάνωση Θεολόγων «Η ΖΩΗ», που τότε ξεδίπλωνε τη δράση της και με τα σημαντικά πρόσωπα αυτής, με τα οποία διατήρησε τις επαφές του σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Με τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο Κοτσώνη συνέχιζε την συνεργασία και είχε συμπεριληφθεί στο Τριπρόσωπο της εκλογής του μητροπολίτη Φλωρίνης, από το οποίο εκλέχτηκε ο Αυγουστίνος Καντιώτης.
Δεν ταυτίστηκε με το πνεύμα και τις πρακτικές των οργανώσεων, γενικά δεν μπορούσε να ακολουθήσει νόρμες και πεπατημένες οδούς. Χαρακτηριστικό είναι, πως όταν ζούσε στην Πάτρα έμενε συχνά στο ιστορικό Μοναστήρι του Ομπλού για λίγη ξεκούραση και αναψυχή, αλλά δεν ακολουθούσε τις μεγάλες ακολουθίες. Κατά τη διάρκειά τους έβγαινε από το Καθολικό και καθόταν στα σκαλιά της πόρτας του.
Ακολουθούσε την επαναστατική για την εποχή του εκπαιδευτική μέθοδο του Ελβετού παιδαγωγού και μεταρρυθμιστή Γιόχαν Χάινριχ Πεσταλότσι. Η εκπαιδευτική του ρήση «Μάθηση με το κεφάλι, με το χέρι και με την καρδιά», τον εντυπωσίαζε και προσπαθούσε να την εφαρμόσει τόσο στην εκπαίδευση, όπου δίδαξε, όσο και στην επόμενη ποικίλη δράση του. Μάλιστα είχε γράψει και σχετικό βιβλίο για τον μεταρρυθμιστή Ελβετό παιδαγωγό.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 νοσηλεύτηκε για πολλούς μήνες στο νοσοκομείο Ασκληπιείο Βούλας με βαριά σπονδυλοαρθρίτιδα, όπου γνώρισε τον πόνο, και μάλιστα τον χρόνιο, που σημάδεψε την παραπέρα πορεία του.
Δύο είναι τα γνωρίσματα της ζωής του πατρός Ιακώβου. Ο πόνος και η εργασία. Υπέφερε πολύ από διάφορες αρρώστιες από τότε πού ήταν φοιτητής. Σ’ όλη του τη ζωή αυτές είχε συνοδοιπόρους του. Επάνω στον πόνο φιλοσοφούσε προσεγγίζοντάς τον, με επιτυχία, μέσα από τη φιλοσοφία και τη χριστιανική διδασκαλία, προσπαθώντας να ξεδιαλύνει το μυστήριό του. Χαρακτηριστικά έλεγε: «ο πόνος είναι ουρανόδρομος, είναι ο δρόμος πού οδηγεί στον ουρανό», και συμπλήρωνε: «ο πόνος είναι κάτω από τον θρόνο του Θεού». Λίγα από τα καλύτερα βιβλία του τα έχει αφιερώσει στον πόνο: «Χρυσαλίδες στον πόνο σου», «Με ξεναγό τον πόνο» κ.ά.
Υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας βιβλίων με ηθικοθρησκευτικό περιεχόμενο, χωρίς να απομακρύνεται από την κοινωνική προσφορά, που ήταν για χρόνια το κύριο μέλημά του. Στις ώρες της σχόλης του έγραφε άρθρα στον τοπικό Τύπο για διάφορα θέματα που απασχολούσαν την πατραϊκή κοινωνία και την Εκκλησία και κυρίως τον τρόπο που προσέγγιζε το φιλανθρωπικό του έργο.
Στις ατέλειωτες ώρες του πόνου του αναθυμόταν τους αρρώστους και τους γέροντες του χωριού του και τις συνθήκες που ζούσαν, σε τρώγλες και υπόγεια, χωρίς ουσιαστική φροντίδα και μέριμνα, ενώ οι οικείοι τους πασχίζανε να βγάλουν το ψωμί της φαμελιάς.
Όταν επέστρεψε ο πατήρ Ιάκωβος στην Πάτρα από τη μακροχρόνια επώδυνη νοσηλεία του στη Βούλα, το μυαλό του περιστρεφόταν σ’ αυτούς τους γέροντες και σακάτηδες (όπως αποκαλούσαν τους αναπήρους) που κείτονταν στο πάτωμα του σπιτιού τους εγκαταλειμμένοι από ανθρώπινη βοήθεια. Τότε αρχίζει να επεξεργάζεται κάποιον τρόπο να βοηθήσει. Σκεπτόταν ένα ίδρυμα που θα μπορούσε να περιθάλπει αυτούς τους ανθρώπους. Από την πολιτεία δεν περίμενε τίποτα. Έμενε μόνο η ιδιωτική πρωτοβουλία. Αλλά ένα ίδρυμα χρειαζόταν πλήθος ανθρώπων. Απευθύνθηκε σε ανθρώπους πεινασμένους και ανυπόδητους μιας πόλης που άρχιζε μεν να αναπτύσσεται, αλλά δεν ήταν αναπτυγμένη. Αυτοί έμελλε να στηρίξουν ένα όνειρο, μία ουτοπία για πολλούς. Απευθύνθηκε στις χριστιανικές οργανώσεις της πόλης. Εκείνες είχαν άλλους σκοπούς, δεν βοήθησαν συλλογικά, μεμονωμένα όμως άτομα από κάθε εκκλησιαστική ομάδα πήγανε κοντά του. Έτσι δημιουργήθηκε ο πρώτος πυρήνας, ο σύλλογος «Κοινωνική Αλληλεγγύη».
Ο άμβωνάς του έγινε πύρινη γλώσσα αγάπης, στις εξομολογήσεις και στις προσωπικές του επαφές προέτρεπε τους ανθρώπους, από κάθε τάξη και οικονομικό επίπεδο, να βοηθήσουν σ’ αυτό το έργο, το έργο που θα φανέρωνε την αγάπη του Θεού κατά τρόπο απτό.
Γράφτηκαν πολλοί συνδρομητές, δεν έχει σημασία το πόσο μπορούσαν να συνεισφέρουν, μπορούσαν όμως να συμμετέχουν και με προσωπική εργασία. Μια καλή κυρία πρόσφερε ένα οικόπεδο απέναντι από τον Ναό του Παντοκράτορος, μία προνομιακή περιοχή. Τα όνειρα του ιεροκήρυκα και όσων ενστερνίστηκαν το όραμα, πήρανε φτερά. Οι απαιτούμενες άδειες δόθηκαν και οι μπουλντόζες έριξαν τα θεμέλια ενός τριώροφου κτηρίου με υπόγεια. Το Άσυλον Ανιάτων έγινε πραγματικότητα.
Ο χώρος ετοιμάστηκε και οι πρώτοι περιθαλπόμενοι άρχισαν να γεμίζουν το ημιυπόγειο και το ισόγειο. Οι συνδρομητές κατέβαλαν τον όβολό τους, οι κυρίες έραβαν τα σεντόνια, τις μαξιλάρες και τις πετσέτες του ιδρύματος και οι έχοντες άνοιγαν τα βαλάντια τους. Τα ονόματα από δύο μεγάλα τζάκια της πόλης κρεμάστηκαν στην είσοδο δύο θαλάμων, οι οικογένειες Στουνοπούλου και Στεφανοπούλου έγιναν μεγάλοι ευεργέτες. Οι οικογένειες συμπεθέριασαν και οι γόνοι τους (το ζεύγος Κωστή Στεφανόπουλου, μετέπειτα Προέδρου της Δημοκρατίας) και Τζένη Στουνοπούλου, συνέχισαν την οικογενειακή παράδοση. Ο λόγος του ιερού Χρυσοστόμου «αρκεί εις άνθρωπος, ζήλω πεπυρωμένος, ολόκληρον διορθώσασθαι δήμον» επαληθεύτηκε για άλλη μια φορά στο έργο του π. Ιακώβου.
Η ανάδειξη αυτού του ιδρύματος ως του καλλίτερου της Ελλάδος εκείνης της εποχής ωφείλετο, κυρίως, στο ότι οι άνθρωποι το θεωρήσανε ως έργο του Θεού, αλλά και δικό τους, και ήταν. Αυτό έδινε αίγλη, αλλά και έλεγχο. Όλες οι χριστιανικές ομάδες επισκεπτόντουσαν το ίδρυμα και τους ασθενείς με πολλαπλά οφέλη. Ο π. Ιάκωβος είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον των ανθρώπων για εκείνους τους δυστυχείς. Άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα, από όλες τις θρησκευτικές κινήσεις, αρχίσανε να μπαινοβγαίνουν από την πόρτα του Ιδρύματος και να συμπαραστέκονται στους ασθενείς.
Οι ασθενείς δεν ήταν απομονωμένοι σε κάποιο χώρο, σε περιοχή έξω από την πόλη. Το κτίριο βρισκόταν στο κέντρο των Πατρών και εύκολα προσβάσιμο από το πλήθος των επισκεπτών. Άλλος προσέφερε ένα κουλουράκι, άλλος πήγαινε πατάτες τηγανιτές, που τους ζητούσαν κάποιοι νέοι περιθαλπόμενοι, πίτες και ό,τι μπορούσε ο καθένας. Μια κυρία πήγαινε φύλα μελισσόχορτου με το άρωμα του λεμονιού. Μια ολόκληρη οικογένεια, πολλά μέλη της στολίζουν ακόμη γυναικεία και ανδρικά μοναστήρια, επισκεπτόντουσαν τους ασθενείς σε εβδομαδιαία βάση, προσφέροντας μικρό χαρτζιλίκι σε όσους μπορούσαν να τα διαχειριστούν, απαραίτητο κέρασμα, ενώ από τα μεγάφωνα των θαλάμων ακουγόταν η μελωδική φωνή, του μετέπειτα μοναχού Πανάρετου Φιλοθεΐτη, να ψάλει επίκαιρα εκκλησιαστικά άσματα.
Κατηχητικά ενοριών και όλων των οργανώσεων, σχολεία και χορωδίες περνούσαν άδοντας και ψάλλοντας στους διαδρόμους και στους θαλάμους. Το αυστηρό θρησκευτικό περιβάλλον που αναπόφευκτα δημιουργήθηκε, ορισμένοι επισκέπτες με ακραίες θρησκευτικές αντιλήψεις και συνεχείς αναφορές «να σώσετε την ψυχή σας», φόρτιζαν αρνητικά το έτσι και αλλιώς επιβαρυμένο κλίμα. Όλοι οι ασθενείς δεν μπορούσαν να αναπαυτούν στο ίδιο περιβάλλον, αλλά και ανάμεσά τους υπήρχαν κάπου δέκα νεαρά άτομα με άλλες επιθυμίες, άλλη ψυχολογία και περισσότερες ανάγκες από τους κλινήρεις γέροντες.
Η ζωή των τροφίμων δεν μπορούμε να πούμε ότι θεωρείτο ιδανική. Το Ίδρυμα κάλυπτε τις βασικές ανάγκες επιβίωσης. Το προσωπικό μη ειδικευμένο, ανίδεο σε θέματα νοσηλείας, αλλά και σε ιδιαιτερότητες κατάκοιτων και ποικίλων αναπηριών, αποτελείτο από εργάτριες, γυναίκες της επαρχίας, δίχως στήριξη. Δεν πρέπει, όμως, να μας διαφεύγει ότι βρισκόμαστε στη δεκαετία του ΄70.
Το Άσυλο Ανιάτων ορθοπόδησε, ανδρώθηκε και μπήκε σε κανονική τροχιά. Εδώ άρχισαν και οι πραγματικοί πονοκέφαλοι του ιερωμένου. Οι άνθρωποι που αναλάμβαναν τα Διοικητικά Συμβούλια, τη διοίκηση, δεν γνώριζαν το αντικείμενο που θα υπηρετούσαν, δεν γνώριζαν τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών και ενεργούσαν σπασμωδικά.
Διαφωνούσαν με τον π. Λιαρομμάτη, τον ιδρυτή, τόσο που σιγά-σιγά τον απομάκρυναν από κοντά τους. Οι ορίζοντές του ήταν πολύ ευρείς που δύσκολα να τον ακολουθήσουν κοινά μυαλά. Ο ίδιος έλεγε ότι είναι πιο εύκολο να βρεις λεφτά παρά ανθρώπους που να δουλέψουν πάνω στην ανιδιοτελή αγάπη. Απτόητος, αλλά πικραμένος, συνέχιζε το έργο του.
Μου μιλούσε χωρίς κομπασμό για όσα είχε δημιουργήσει και τα σχέδια του για τα άλλα ιδρύματα που ήθελε να ιδρύσει.
Έζησα από κοντά την προσπάθειά του να στήσει το άλλο σπουδαίο έργο του, το ίδρυμα περίθαλψης αναπήρων παίδων «Κιβωτός Αγάπης». Αγωνιζότανε πολύ καιρό να απαντήσει σε θεμελιώδη ερωτήματα. Νομικά κωλύματα, χρήματα, τοποθεσία του νέου οικήματος και κυρίως ποιος θα έπαιρνε επάνω του το έργο. Βρέθηκε ο άνθρωπος και ο Αρχιμανδρίτης ανακουφίστηκε. Τώρα ξεκινάμε, είπε. Σε ένα παλιό οίκημα στεγαστήκανε τα πρώτα παιδάκια. Πάτερ μου πως θα τα βγάλετε πέρα, ρωτούσαμε και η εμπειρία του επιβεβαιωνόταν, όταν ο κόσμος βλέπει έργο, βοηθάει και όσο πιο μεγάλο είναι το έργο, τόσο περισσότερο βοηθάει, απαντούσε.
Είχαμε μια μικρή εμπειρία από τη λειτουργία του οικοτροφείου αγοριών «Παιδική Κυψέλη», παιδιών από κατεστραμμένες ή προβληματικές οικογένειες. Κάπου 15-20 παιδιά του Δημοτικού, παιδιά ήρεμα, γαλήνια, υπάκουα χωρίς φόβο, συνεργάσιμα, συγκροτημένα. Δεν ίσχυαν πολλά από τα δεδομένα της εποχής μας. Το όλο κλίμα απέδιδε μια γλυκύτητα, η ατμόσφαιρα μύριζε κάτι απλό και σπουδαίο, φανέρωνε την ποιότητα αυτού του εγχειρήματος. Χρέη καθαρίστριας, μαγείρισσας, οικονόμου και παιδαγωγού ασκούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Τα παιδιά φοιτούσαν σε σχολεία της γειτονιάς και τα απογεύματα κάποιος από τον κύκλο του ιερέα τα βοηθούσε στα μαθήματα. Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως είχε καταφέρει να εμπνεύσει σεβασμό και όχι φόβο σ’ αυτά τα παιδιά με το τόσο διαφορετικό σωματικό και ψυχικό υπόβαθρο.
Έργο του σημαντικό ήταν και η «Πάνσεμνη», οργάνωση ουσιαστικής βοήθειας για παραστρατημένες. Ο ίδιος πνευματικός τους και αφανής εργάτης, την προεδρία είχε αφήσει στον εκάστοτε Μητροπολίτη. Πολύτιμη βοηθός του η Μαρία Οικονομοπούλου, δασκάλα αφιερωμένη στη διάδοση του Ευαγγελίου μέσα από την Χριστιανική Εστία Πατρών, για την πνευματική και ηθική στήριξη όσων το επιθυμούσαν. Ο π. Ιάκωβος έβλεπε τελείως απαραίτητη τη βιοποριστική τους εργασία, προϋπόθεση της κοινωνικής τους ένταξης. Αποδέκτης των εργαζόμενων πια αυτών γυναικών ήταν τα ιδρύματά του, η αγάπη έπρεπε να εξαπλώνεται και τα ιδρύματα να επιτελούν ποικίλο κοινωνικό έργο. Στην καλή ανάμνηση μένει η κ. Χαρίκλεια από την «Πάνσεμνη» που τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής της αφιέρωσε στο να εξυπηρετεί, εκτός εργασίας, τα κορίτσια και τους δύσκολους ασθενείς του Ασύλου.
Τελευταία του επιδίωξη ήταν ένα ίδρυμα περίθαλψης γερόντων, «Ο Τίμιος Σταυρός». Αν και το είχε μεράκι και εργαζόταν με την ίδια επιμονή, δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει.
Αυτή είναι η ελλιπής σκιαγράφηση ενός πολύ σημαντικού ιερέα, εργάτη των αναξιοπαθούντων μελών της κάθε κοινωνίας, που επιτακτικά ζητάει συνεχιστές για έργα κάλυψης αναγκών σε πλήθος ανθρώπων, και σήμερα, που ζητούν απεγνωσμένα βοήθεια.
ΠΗΓΗ: FACEBOOK

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου