Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

«Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα,

Ἐὰν προσέξουμε τὶς ἀ­κολουθίες ποὺ τελοῦνται τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, θὰ δοῦμε ὅ­τι τὴν περίοδο αὐτὴ ἐπαναλαμβάνονται συχνὰ δυὸ λέξεις· ἁμαρτία – μετάνοια. Ἡ ἁμαρτία εἶ­νε ἡ ἀσθένεια τῆς ψυχῆς καὶ ἡ μετάνοια τὸ φάρμακο. Ἰατρὸς εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἰατρεῖο καὶ νοσοκομεῖο εἶνε ἡ Ἐκκλη­σία. Αὐτὴ μὲ λίγα λόγια εἶνε ἡ οὐσία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἐπαναλαμβάνω· ἡ ἁμαρτία εἶνε ἡ ἀσθένεια, ἡ μετάνοια τὸ φάρμακο.
Περὶ τῆς μετανοίας λοιπὸν θὰ εἶνε ὁ λόγος. Τί εἶνε ἡ μετάνοια;

* * *

Ἡ μετάνοια εἶνε σύνθεσις πολλῶν στοιχείων. Ὅπως τὸ μύρο, μὲ τὸ ὁποῖο μυρωνόμεθα μετὰ τὸ βάπτισμα (κατασκευάζεται στὸ Πατρι­αρχεῖο τὴ Μεγάλη Πέμπτη), δὲν εἶνε μία οὐ­σία, ἀλλὰ εἶνε μεῖγμα πολλῶν εὐωδῶν οὐ­σιῶν καὶ ἀρωμάτων, ἔτσι καὶ ἡ μετάνοια εἶνε σύνθεσις πολλῶν θείων πραγμάτων.
 Ἡ μετάνοια εἶνε πίστις. Πίστις, ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε δίκαιος, ὅτι τιμωρεῖ τὸ κακὸ καὶ ἀμείβει τὸ καλό. Ὅποιος δὲν ἔχει πίστι δὲν μετανοεῖ· δὲν ἔχει ῥίζα νὰ στηρίξῃ τὴ μετάνοιά του. Σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν «ἔδω­κεν ὁ Θεὸς τὴν μετάνοιαν εἰς ζωήν» (Πράξ. 11,18).
 Ἡ μετάνοια ἀκόμη εἶνε ἐλπίδα. Τί ἐλπίδα; Ὅ­τι ὁ Θεὸς εἶνε πατέρας γεμᾶτος στοργή, πο­λυέλεος καὶ πολυεύσπλαχνος, ὅτι δέχεται κ᾿ ἐ­μᾶς μὲ ἀνοικτὲς ἀγκάλες ὅπως τὸν ἄσωτο υἱό.
 Ἡ μετάνοια εἶνε καὶ γνῶσις. Ὄχι γνῶσις ἐ­πιστημονική, τῶν ἀστέρων καὶ τοῦ ὑλικοῦ σύμ­παντος, ἀλλὰ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας, τὸ «γνῶ­θι σαυτὸν» ποὺ ζητοῦσαν οἱ πρόγονοί μας. Ὁ ἰατροφιλόσοφος Καρρὲλ στὸ βιβλίο του «Ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἄγνωστος» λέει ὅτι ὁ ἄν­θρωπος, παρ᾿ ὅλη τὴν πρόοδο, παραμένει ὁ ἄ­γνωστος «Χῖ»· τὸν ἀγνοοῦμε στὸ βάθος του. Ἡ μετάνοια, ποὺ προϋποθέτει γνῶσι τῶν ἁ­μαρτημάτων μας, βοηθεῖ νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας.
 Μετάνοια ὅμως εἶνε κάτι περισσότερο ἀπὸ γνῶσι. Εἶνε συναίσθησι καὶ αὐτομεμψία. Πολλοὶ διηγοῦνται μὲ ἀναίδεια τὰ βρωμερὰ «κατορθώματά» τους καὶ γελᾶνε οἱ ἀσυναίσθητοι. Ὄχι ἔτσι· αὐτὸ εἶνε σατανικὴ ἐξομολόγη­σι. Ἡ μετάνοια ἔχει συντριβὴ καὶ πένθος.
 Νὰ προχωρήσω; Μετάνοια εἶνε τὰ δάκρυα, ποὺ ῥέουν ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ μετανοοῦντος.
 Μετάνοια κυρίως εἶνε ἡ ἐξομολόγησι στὸν πνευματικὸ πατέρα, καὶ μετὰ τὴν ἐξομολόγη­σι ἡ ἀλλαγὴ βίου, τρόπου ζωῆς· ἡ παῦσις τοῦ κακοῦ καὶ ἡ ἔναρξις τοῦ καλοῦ.
 Ἡ μετάνοια, τέλος, βεβαιώνεται ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅπως τοὺς περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Γαλ. 5,22).
Ἰδού, ἀγαπητοί μου, ποιά εἶνε ἡ «σύνθεσι» τοῦ οὐρανίου μύρου τῆς μετανοίας. Ἀπὸ αὐ­τὰ ἕνα στοιχεῖο θὰ τονίσω· τὴ γνῶσι τῶν ἁ­μαρτη­μάτων μας. Περὶ αὐτῆς τῆς γνώσεως μί­λησαν κι ἄλλοι, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως ὁ Δαυΐδ, ὁ ὁ­ποῖος ἔγρα­ψε αὐτὸ ποὺ εἶπα στὴν ἀρχή· «Πάντες ἐξέκλι­ναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστό­τητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 13,3 = Ῥωμ. 3,12). Αὐτὸ τὸ λέει σ᾿ ἕνα ψαλμό του, τὸν 13ο, ποὺ θέλω ἀ­πόψε νὰ μελετήσετε. Τί λέει ὁ Δαυΐδ, ποὺ γνώ­ρισε ὅσο λίγοι τὸν ἄνθρωπο; Ἐξ ἰδίας πείρας λέει, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶνε παγκόσμιο φαινόμενο. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «Πάντες ἐξέκλιναν».
Δὲν ἐξαιρεῖται κανείς, ἀπολύτως κανείς. «Πάντες». Δηλαδή, κι αὐτοὶ ποὺ κάθονται στὰ μέγαρα, τὰ ἀνάκτορα καὶ τοὺς οὐρανοξύστες τῆς Νέας Ὑόρκης, ἀλλὰ καὶ οἱ πάμπτωχοι Ἀ­φρικανοὶ καὶ Ἀσιᾶτες. Αὐτοὶ ποὺ κατέχουν ὑ­ψηλὰ ἀξιώματα, ἀλλὰ καὶ οἱ φτωχοὶ καὶ ἄσημοι. Αὐτοὶ ποὺ σπούδασαν σὲ πανεπιστήμια κ᾿ ἔ­μαθαν γλῶσσες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀγράμματοι, ποὺ δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ βάλουν τὴν ὑπογραφή τους. Αὐτοὶ ποὺ κολυμποῦν στὰ δολλάρια καὶ τὶς λίρες, ἀλλὰ κ᾿ ἐκεῖνος ποὺ ἀπόψε θὰ πέσῃ νὰ κοιμηθῇ νηστικός. Καὶ οἱ μαῦροι καὶ οἱ ἄ­σπροι, καὶ οἱ ἐρυθρόδερμοι καὶ οἱ κίτρινοι καὶ ὅλων τῶν χρωμάτων. «Πάντες». Δηλαδή, οἱ θνη­τοὶ ὅλων τῶν αἰώνων καὶ τῶν ἐποχῶν, ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Ἀδὰμ μέχρι τῆς συντελείας. Οἱ ἄντρες καὶ οἱ γυναῖκες, οἱ ἀσπρομάλληδες γέροντες ποὺ ἔχουν τὸ ἕνα πόδι στὸν τάφο, ἀλλὰ καὶ οἱ νέοι ποὺ σφύζουν ἀπὸ ζωή. «Πάν­τες», ὅλοι ἀνεξαιρέτως θὰ δώσουμε λόγο.
Θὰ σᾶς φέρω δύο εἰκόνες τῆς ἁμαρτίας. Ἡ πρώτη εἶνε τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος γράφει· «Συνέκλεισεν ὁ Θεὸς τοὺς πάντας εἰς ἀπείθειαν» (Ῥωμ. 11,32) καὶ ἀλλοῦ «Συνέκλεισεν ἡ γραφὴ τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν» (Γαλ. 3,22). Τί θὰ πῇ «συνέκλεισε»; Τρόπον τινὰ ὅλοι εἶνε φυλακισμένοι σὲ μιὰ ἀπέραντη δυσώδη καὶ ἀ­παισία φυλακή, ποὺ λέγεται ἁμαρτία.
Τὴν ἄλλη εἰκόνα ἀναφέρει κάποιος ἄλλος. Εἶνε ἡ θάλασσα, ἡ πλατειὰ καὶ βαθειά. Ὑπάρχει σημεῖο στὸν Εἰρηνικὸ ὠκεανὸ ποὺ ἔχει βάθος 10.000 μέτρα· σκότος, ἄβυσσος. Ὅποιος βυθι­στῇ ἐκεῖ, θὰ πνιγῇ. Ἀλλὰ κ᾿ ἕνας ποὺ θὰ βυθι­στῇ στὰ 9.000 ἢ στὰ 5.000 ἢ στὰ 1.000 μέτρα, κι αὐτὸς θὰ πνιγῇ. Κι ὁ ἄλλος ποὺ θὰ βυθιστῇ στὰ 500 μέτρα ἢ στὰ 200 ἢ στὰ 100 ἢ στὰ 10 μέτρα, κι αὐτὸς πνίγεται. Ἀλλὰ θὰ πνιγῇ καὶ αὐτὸς ποὺ τὸ κεφάλι του εἶνε μιὰ πιθαμὴ κάτω ἀπ᾿ τὸ νερό. Ὅλοι ἑπομένως πνιγόμεθα μέσα στὴν ἁμαρτία. Μὴ ἐξετάζουμε τὸ βάθος. Ὅλοι βρισκόμαστε «ὑπὸ ἁμαρτίαν» (Ῥωμ. 3,9). Καὶ οἱ ἁγι­ώτεροι ἄνθρωποι ἔχουν τὴν ἁμαρτία τους καὶ βρίσκονται ὑπόδικοι. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «Πάν­τες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός».

* * *

Καὶ λοιπόν; θ᾿ ἀπελπισθοῦμε; Ὄχι, ἀδελφοί μου, ὑπάρχει ἐλπίδα· ἀλλοίμονο ἂν δὲν ὑπῆρ­χε. Ὑπάρχει ἕνας, ποὺ ἔμεινε ἐκτὸς ἁμαρτί­ας, ἔξω ἀπὸ τὴ θάλασσα αὐτή. Ἡ κεφαλή του δὲν βυθίστηκε· ὑπερέχει, ἐπιπλέει, ἵπταται ἐπάνω τοῦ ὠκεανοῦ. Ποιός εἶνε; «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύρι­ος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.). Αὐτὸς εἶνε ἡ ἐλπίδα μας. Καὶ τὴν ἐλπίδα σ᾿ αὐτόν, ποὺ χαρίζει στὸν ἁμαρτωλὸ ἡ μετάνοια, τονίζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία κατ᾿ ἐξοχὴν τὴν περίοδο αὐτή.
Μὲ τί εἰκόνες νὰ παραστήσω τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας; Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ νησί, καὶ οἱ νησιῶτες εἶνε ναυτικοί. (Εὐχαριστῶ τὸ Θεὸ ποὺ γεννήθηκα σὲ χωριὸ κοντὰ σ᾿ ἕνα μοναστήρι, ὅπου ἡγούμενος ἦταν ὁ πάτερ Φιλόθεος ὁ Ζερβάκος, ἕνας ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας). Μοῦ ᾿λεγε λοιπὸν κάποιος γέρος ἀπόμαχος ναυτικὸς τὸ ἑξῆς. Μία μέρα, λέει, ἐκεῖ ποὺ πλέαμε στὸν ὠκεανό, κάποιος ἐπιβάτης γλίστρησε ἀπ᾿ τὸ κατάστρωμα κ᾿ ἔπεσε στὴ θάλασσα. Ποιός νὰ τὸν σώσῃ; Ὁ καπετάνιος σταματάει τὸ πλοῖο καὶ ῥίχνει πάνω ἀπὸ τὴ γέφυρα ἕνα σχοινί. Τὸ εἶδε ὁ ναυαγὸς νὰ αἰωρῆται καὶ ἔκανε πολλὲς φορὲς προσπάθεια νὰ τὸ πιάσῃ. Ἐπὶ τέλους, μὲ τὴ φωνὴ «Παναγία, βοήθα με», ἁρπάζει τὸ σχοινί. Ἔτσι τὸν ἔσυραν πάνω στὸ καράβι, καὶ ἦταν πλέον ἀσφαλὴς στὸ κατάστρωμα· τὰ χέρια του ὅμως δὲν ξεκολλοῦσαν ἀκόμη ἀπὸ τὸ σχοινί, εἶχε νιώσει ὅτι σ᾿ αὐτὸ εἶνε ἡ ἐλπίδα του. Ἤ, ὅπως λένε οἱ πατέρες, ἡ μετάνοια εἶνε σανίδα σωτηρίας· ἀντὶ σχοινὶ πετοῦν στὸ ναυαγὸ μιὰ σανίδα, καὶ πιάνοντάς την ἐπιπλέει καὶ σῴζεται. Ἤ, μὲ σύγχρονη εἰκόνα, ἡ μετάνοια εἶνε τὸ σωσίβιο, ποὺ ἔχουν ὅλα τὰ πλοῖα γιὰ νὰ σῴζωνται οἱ ναυαγοί.
Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ποὺ ὑπάρχει τὸ ναυαγο­σωστικὸ πλοῖο, ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία! Ναυαγοὶ εἴμαστε ὅλοι· ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μᾶς ῥίχνει σχοινί. Ποιό εἶνε τὸ σχοινί; Ἡ μετάνοια. Ἅρπαξέ την! ὅπως ἐκεῖνος ὁ ναυαγός.
Ἀλλὰ γιὰ ν᾿ ἁρπάξουμε τὸ σκοινὶ αὐτό, πρέ­πει νὰ συναισθανθοῦμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας καὶ ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας νὰ ποῦ­με «Κύριε, τῶν δυνάμεων, μεθ᾿ ἡμῶν γενοῦ…» (Μ. Ἀπόδειπνο). Ὄχι ψυχρά, ἀλλὰ μὲ θερμὴ καρδιά.
Νὰ προσέχετε, ἀγαπητοί μου, τὰ λόγια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἔρχεστε τακτικὰ στὶς κατανυκτικὲς αὐτὲς ἀκολουθίες. Καὶ σύνθημά μας «Κανείς ἀνεξομολόγητος!». Σᾶς συνιστῶ ἐπίσης τὸ μικρὸ βιβλιαράκι «Μετάνοια» τοῦ ἀειμνήστου ἀρχιμανδρίτου Σεραφεὶμ Παπακώστα· προτοῦ νὰ ἐξομολογηθῆτε διαβάστε το, νὰ λάβετε γνῶσι τῶν ἁμαρτημάτων μας. Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἐλέους νὰ γίνῃ ἵλεως καὶ σ᾿ ἐμένα τὸν ἐπίσκοπο καὶ σ᾿ ἐσᾶς, γιὰ ν᾿ ἀνεβοῦμε τὰ σαράντα σκαλιά. Κουράγιο, ὑπομονή! Μὲ νηστεία, μὲ προσευχή, μὲ κατάνυξι, μὲ συγχώ­ρησι, μὲ ἔλεος καὶ ἐλεημοσύνη, ἀτενίζον­τας στὸ πρότυπο, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, νὰ φθάσουμε στὸ Μέγα Σάββατο καὶ τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως, καὶ νὰ ψάλουμε τὸ ὡραιότατο ἐκεῖνο τροπάριο· «Τὴν ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ, ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς· καὶ ἡμᾶς τοὺς ἐπὶ γῆς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ σὲ δοξάζειν»· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος 

ΠΗΓΗ:   ΑΠΟ E-MAIL

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου