Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

«…ΤΟΝ ΒΛAΣΦΗΜΟ ΟΥΤΕ Η ΓΗ ΔΕΝ ΤΟΝ ΔΕΧΕΤΑΙ» (Δ. Νατσιός)

«…τν βλάσφημο οτε  γ δν τν δέχεται»

Δημ. Νατσιός
δάσκαλος-Κιλκὶς

«Ἂν ὑβρίσεις τὴν μάνα μου καὶ τὸν πατέρα μου σὲ συγχωρῶ, 
ἂν βλαστημήσεις τὴν Παναγία καὶ τὸν Χριστό, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ»
(Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς)

.           Ἀποτυχημένοι διανοούμενοι, πανεπιστημιακοὶ μὲ προσόντα ἀκρίδας, ἐκκλησιομάχοι, καντιποτένιοι νεοσταλινικοί, ἡμιμαθεῖς, μετατρέπουν τὴν πατρίδα σὲ «ράκος ἀσθμαῖνον», σὲ ρημαδιό.  Ἄνοιξαν τὶς φυλακὲς -ὁ νόμος τοῦ ἀπίθανου αὐτοῦ τύπου Παρασκευόπουλου- καὶ ἀμόλησαν στυγεροὺς ἐγκληματίες γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο τους, τὶς ἀνομίες τους.
.           Ὁ Κουφοντίνας, τρισάθλιο ὑποκείμενο, δολοφόνος ἀμετανόητος, λὲς καὶ ὑπηρετοῦσε τὴν θητεία του σὲ στρατόπεδο νεοσυλλέκτων, ἔπαιρνε ἄδειες καὶ προκλητικά, σεργιανοῦσε γιὰ ψώνια στὴν ἀγορὰ τῆς Ἀθήνας.  (Καὶ ὁ γιός του, τὸ ζαγάρ’, «νὰ βγάζει τὴν γλώσσα» στοὺς διαφωνοῦντες ἢ νὰ ἐλεεινολογεῖ καὶ νὰ εἰρωνεύεται ὅσους συμμετεῖχαν στὰ ἐθνικὰ συλλαλητήρια κατὰ τῆς προδοσίας τῆς Μακεδονίας μας).
.           Τώρα ἑτοιμάζονται νὰ καταργήσουν τὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα ποὺ ἀφοροῦν στὴν κακόβουλη βλασφημία, στὴν καθύβριση θρησκευμάτων καὶ στὴν περιύβριση τῶν νεκρῶν. Καὶ ποιὰ «θεία» βλασφημοῦνται στὴν πατρίδα μας; Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας μας. Οὔτε ὁ Μωάμεθ οὔτε ὁ Βούδας βλασφημοῦνται.  Καὶ τί θὰ συμβεῖ; «Χαῦνοι ὀρνεοκέφαλοι (θὰ) βυσσοδομοῦν. Σκυλοκοῖτες καὶ νεκρόσιτοι κι ἐρεβομανεῖς (θὰ) κοπροκρατοῦν τὸ μέλλον». (Ἐλύτης, Τὸ Ἄξιόν ἐστι). Ὅλα τὰ κατακάθια καὶ τὰ δυσώδη περιθώρια τοῦ τόπου, ἐλεύθεροι πλέον, θὰ βλασφημοῦν τὰ ὅσια καὶ τὰ ἱερά μας. Οὔτε «φύλλο συκῆς» πλέον δὲν κρατοῦν οἱ ἐχθροί τοῦ σταυροῦ «ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία». Ἡ Ἑλλάδα μας, ἂν συνεχιστεῖ αὐτὸ τὸ κακό, ὁδηγεῖται σὲ ἱστορικὴ εὐθανασία.
.           Ξεκίνησε μὲ ἕνα ἅγιο Κυβερνήτη, ποὺ τὴν ἀνέστησε, ποὺ πίστευε πὼς «…ἂν ἡ παροῦσα γενεὰ δὲν ἐνδυναμωθεῖ ἀπὸ ἀνθρώπους μορφωμένους ἐν καλῇ διδασκαλίᾳ καὶ μάλιστα πρὸς τὸν κανόνα τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν ἠθῶν μας, θὰ εἶναι δυσοίωνο τὸ μέλλον της καὶ ἡ διακυβέρνησίς της ἀδύνατη». (Ι. Καποδίστρια, Κείμενα, «ΟΕΔΒ», σελ. 75). Ἡ Ἑλλάδα μας, ἡ ὁποία, διὰ στόματος τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη, ὁμολογοῦσε ὅτι « τὸν Χριστὸν φοβόμαστε καὶ αὐτείνη ἡ θρησκεία μᾶς λευτέρωσεν καὶ βγήκαμε εἰς τὴν κοινωνίαν τοῦ κόσμου», αὐτὴ ἡ Ἑλλάδα κατασπαράσσεται, ὁδηγεῖται στὸν τάφο ἀπὸ τὰ ἀπολειφάδια τοῦ μαρξισμοῦ, ἀπὸ τσιράκια τοῦ διαβόλου. Ποιοί; Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, πάλαι ποτὲ λαὸς ἀρχοντικός, «διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος, κατὰ θείαν πρόνοιαν» (ἅγιος Νεκτάριος), χλεύη τῆς Οἰκουμένης καὶ παλιοψάθα τῶν ἐθνῶν. Κατήργησαν τὸν Ἐθνικὸ Ὕμνο στὸ δημοτικὸ σχολεῖο, μετέτρεψαν τὴν γιορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, σὲ ἀργία, «λέρωσαν» τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν τὸ ὁποῖο κατάντησε προπαγάνδα τῆς πανθρησκείας, πρόδωσαν τὴν Μακεδονία, ξηλώνουν ἀπὸ τὴν Ἱστορία τὸ Εἰκοσιένα καὶ τὸν Μακεδονικὸ Ἀγώνα, τί ἔμεινε γιὰ νὰ θυμίζει ὅτι τοῦτος ὁ τόπος εἶναι τῶν Ἑλλήνων;  Μαγαρίζουν τὴν Παράδοσή μας καὶ καὶ μένουμε μὲ τὰ μνημόνια καὶ τὴν ἀνικανότητά τους.  λων.           Καὶ ὅμως δὲν πέρασαν πολλὰ χρόνια ποὺ ὁ λαός μας εἶχε σέβας.  Ποὺ θεωροῦσε ἀδιανόητη τὴν βλασφημία. Θὰ ἀναφερθῶ σὲ δύο ἐπεισόδια ἀπὸ τὴν πρόσφατη Ἱστορία μας, ποὺ παραπέμπουν στὴν ἀδυσώπητη φράση τοῦ Σεφέρη «νὰ νοσταλγεῖς τὸν τόπο σου, ζώντας στὸν τόπο σου, τίποτε δὲν εἶναι πιὸ πικρό». Καὶ τόπος εἶναι οἱ ἄνθρωποι, ποὺ κάποτε μοσχοβολοῦσαν σὰν τὸ Τίμιο Ξύλο καὶ τώρα γεμίσαμε δίποδες ἀναθυμιάσεις. Τὸ πρῶτο εἶναι ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ βιβλίο τοῦ Χρήστου Σαμουηλίδη, Κιλκισσιώτη συγγραφέα, «τὸ χρονικό του Κάρς», στὸ ὁποῖο περιγράφει τὰ πάθια, τοὺς καημοὺς καὶ τὶς σφαγὲς τῶν Ἑλλήνων τοῦ Καυκάσου καὶ τὴν μετεγκατάστασής τους στὴν Ἑλλάδα, ὅσων γλύτωσαν ἀπὸ τὸν αἱμοσταγῆ Κεμάλ.
Ἡ σκηνὴ εἶναι ἀπὸ τὸν ἐρχομὸ τῶν πλοίων γιὰ τὸ «νόστιμον ἧμαρ».  «Ἐκείνη τὴν στιγμὴ κατέφθασαν στὸ λιμάνι καὶ δύο ἄνδρες τοῦ κλιμακίου τῆς Μίσιας (=ἡ ἑλληνικὴ ἀποστολὴ ποὺ θὰ μετέφερε τοὺς πρόσφυγες στὴν πατρίδα). Ὁ ἕνας βλέποντας τὴν κατάσταση ἐκνευρίστηκε τόσο πολὺ ὥστε ἄρχισε νὰ βρίζει Χριστοὺς καὶ Παναγίες.  Μόλις τὸν ἄκουσαν οἱ πρόσφυγες ποὺ δὲν ἦταν συνηθισμένοι οὔτε νὰ λένε οὔτε νὰ ἀκοῦνε παρόμοιες βρισιές, ἔγιναν ἔξαλλοι καὶ στράφηκαν ἐναντίον τοῦ ὑβριστῆ, παρ’ ὅλο ποὺ εἶδαν ὅτι ἦταν ὑπερασπιστής τους.  Τὸν ἅρπαξαν καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν δέρνουν ἄγρια».  (σελ. 249).
.           Οἱ ἀγαθοὶ ἐκεῖνοι Ρωμιοί, τί ἔκαναν;  Ἐφάρμοσαν τὴν ἐντολὴ τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου: «Καν ἀκούσης τινὸς ἐν ἀμφόδῶ (=σὲ δρόμο) ἢ ἐν ἀγορᾷ βλασφημοῦντος τὸν Θεόν…ράπισον αὐτοῦ τὴν ὄψιν, σύντριψον τὸ στόμα.. ἁγίασόν σου τὴν χείρα» (πρὸς Ἀνδριάντας, α΄ ).
.           Τὸ δεύτερο: «Στὸν ἐπικὸ πόλεμο τοῦ 1940 ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβειά του. Στὸ μέτωπο ἡ βλασφημία εἶχε καταργηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους στρατιῶτες μας, ποὺ ἀγωνίζονταν μὲ δυνατὴ πίστη στὸν Θεὸ καὶ κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δυστυχῶς ὑπῆρχαν καὶ οἱ θλιβερὲς ἐξαιρέσεις. Τὸ πιὸ κάτω περιστατικὸ ἀποτελεῖ φοβερὸ δεῖγμα παραδειγματικὴς τιμωρίας ἑνὸς βλάσφημου. Τὸ διηγείται ως αὐτόπτης μάρτυρας ο μακαριστος ἀρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Δ. Βασιλοπουλος, ποὺ τότε ὑπηρετοῦσε ὡς λοχίας τοῦ τάγματος τῶν εὐζώνων».
«Ἦταν ἡ 27η Δεκεμβρίου 1940, τότε ποὺ οἱ Ἕλληνες ἀγωνίζονταν τὸν ἐνδοξότερο ἀγώνα τῆς πατρίδας. Ἡ μάχη ἐμαίνετο στὸ Τεπελένι. Μεταγωγικὰ μετέφεραν πυρομαχικὰ στοὺς μαχόμενους. Καθ᾽ ὁδὸν συναντοῦν τραυματία μὲ τραῦμα στὴν κνήμη. “Κουράγιο, συνάδελφε, τοῦ λένε. Θὰ γυρίσουμε καὶ θὰ σὲ πάρουμε”. Ἐκεῖνος βλασφήμησε τὸ ὄνομα τῆς Παναγίας. Στὸ ἄκουσμα τῆς βλασφημίας ἔφριξαν οἱ στρατιῶτες, διότι ἐκεῖ ἡ βλασφημία εἶχε κοπεῖ ἐντελῶς. “Συνάδελφε, τοῦ λένε, μὴ βλασφημεῖς! Πὲς “Παναγία βόηθα”. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ἐξακολούθησε νὰ βλασφημεῖ συνεχῶς.
.           Ὅταν ἐπέστρεψαν, τὸν βρῆκαν πεθαμένο. Λυπήθηκαν κατάκαρδα γιὰ τὴν ψυχή του, διότι ἔφυγε μὲ αὐτὸν τὸν ἀμετανόητο τρόπο. Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε ἱερέας στὸ σύνταγμα, ἔσκαψαν πρόχειρα μὲ τὶς ξιφολόγχες τους καὶ τὸν ἔθαψαν. Ἔκαμαν τὸν σταυρό τους καὶ ἔφυγαν. Ἄλλα μόλις ἀπομακρύνθηκαν γύρω στὰ εἴκοσι μέτρα, ἔρχεται μία ὀβίδα ἀπὸ τὸ Τεπελένι, τὸν ξεθάφτει καὶ τὸν πετάει δέκα μέτρα μακριά! Ἔπεσαν οἱ ἄνδρες κάτω νὰ προφυλαχθοῦν. Κατάλαβαν ὅτι ἡ ὀβίδα ἦταν σταλμένη γιὰ τὸν βλάσφημο. Τὸν ἔχωσαν ξανὰ στὸν λάκκο ποὺ ἄνοιξε ἡ ὀβίδα καὶ ξεκίνησαν νὰ φύγουν.
.           Μόλις ἔφθασαν στὰ εἴκοσι μέτρα, ἔρχεται δεύτερη ὀβίδα καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο τὸν ξεχώνει καὶ τὸν πετᾶ δέκα μέτρα μακριά! Τότε κατάλαβαν ὅτι τὸν βλάσφημο οὔτε ἡ γῆ δὲν τὸν δέχεται. Τὸν παράτησαν ἄταφο καὶ ἔφυγαν…
.           Φόβος καὶ τρόμος τοὺς κατέλαβε, ὄχι μόνο αὐτοὺς ἄλλα ὅλο τὸν ἐκεῖ στρατό. Ὁ γράφων ἦταν ἐκεῖ αὐτόπτης μάρτυρας». (Βιβλίο, «ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ᾽40»).

Δημήτρης Νατσιὸς
δάσκαλος-Κιλκὶς

ΠΗΓΗ:   ΚΛΙΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου