Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

ΠEΡΙ ΕΝΟΤΗΤΟΣ 
      Μητροπολίτη Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου,
«Ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» (Ἰω. 17,11)
Ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἀγαπητοί μου, ὀνομάζε­ται «ἑβδόμη Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα». Τί σημαίνει Κυριακή; Ὅπως δηλώνει τὸ ὄνομα, ἀ­νήκει στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ποὺ δημιούργησε καὶ συντηρεῖ καὶ προνοεῖ γιὰ ὅ­λα. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τιμοῦμε τὴν ἡμέρα αὐ­τή· νὰ ἐκκλησιαζώμαστε, νὰ δοξολογοῦμε, νὰ εὐχαριστοῦμε, καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν Κύριο. Εἶνε ἀπαραίτητος ὁ ἐκκλησιασμός.
Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ Κυριακὴ ὀνομάζεται εἰ­δι­κὰ Κυριακὴ τῶν πατέρων. Γιὰ ποιό λόγο; Πατέρες λέγονται ἐκεῖνοι ποὺ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ἔρχονται σὲ κανονικὸ ἐκκλησια­στικὸ γάμο καὶ φέρνουν στὸν κόσμο παιδιά. Παραπάνω ὅμως ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς αὐ­τοὺς πατέρες εἶνε οἱ πνευματικοὶ πατέρες, δη­λαδὴ οἱ διδάσκαλοι, οἱ καθηγηταί, οἱ θεολό­γοι, οἱ ἱε­ροκήρυκες, καὶ προπαντὸς οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπί­σκοποι. Αὐτοὶ μὲ τὸ λόγο τους ἀ­ναγεννοῦν ψυ­χές. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γεννᾷ πνευματικὰ τέκνα, ποὺ ἔχουν πνευματικὸ πατέρα τὸν κήρυκα, τὸν κληρικό. Γι᾿ αὐτὸ οἱ πνευ­ματικοὶ πατέρες πρέπει νὰ τυγχάνουν τιμῆς καὶ σεβασμοῦ περισσότερο ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς πατέρες.
Σήμερα συγκεκριμένα ἑορτάζουν οἱ τριακό­σιοι δεκαοκτὼ πατέρες ποὺ συγκρότησαν τὸ 325 μ.Χ. τὴν Α΄ (πρώτη) Οἰκουμενικὴ Σύν­οδο στὴ Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη παρουσιάστηκε ἕνας λύκος φοβερός, ὁ Ἄρειος, ποὺ ἐδίδασκε ἀντίθετα ἀπ᾿ ὅ,τι διδά­σκει ἡ Ἐκκλησία μας. Θεμελιώδης ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας εἶνε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Αὐτὸ τὸ ἠρνεῖτο ὁ Ἄρειος. Γι᾿ αὐτὸ συνῆλθαν ἐκεῖ ἐπὶ βασιλείας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου οἱ πατέρες. Νὰ τοὺς παρουσιάσουμε ἕ­ναν – ἕνα; Θὰ ἦταν μακρὸς ὁ λόγος· μεταξὺ αὐτῶν ἦταν ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ ἅγιος Σπυρίδων ὁ θαυματουργός, ὁ ἅγιος Ἀχίλλιος, ὁ ἅ­γιος Ἀλέξανδρος ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρεί­ας… Ἀλλὰ μεγαλύτερος ἀπ᾿ ὅλους ἦταν ὁ ἅ­γιος Ἀθανάσιος. Αὐτοὶ λοιπόν, ἐν Πνεύματι ἁ­γίῳ, κατεδίκασαν τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου καὶ συνέταξαν τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, τὸ γνωστό μας «Πιστεύω», τὸ ὁποῖο ἀκούγεται κάθε φορὰ ποὺ γίνεται θεία λειτουργία.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἂς ἔλθουμε τώρα νὰ ῥίξου­με ἕνα βλέμμα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ διαβάζεται σήμερα.
Ὄχι ἕνα ἀλλὰ ἑκατὸ κηρύγματα νὰ κάνουμε, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἐξαντλήσου­με τὸ περιεχόμενό του. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ περι­έχει τὴ θαυμασία προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ. Πότε τὴν ἔκανε ὁ Κύριος; Τὴν τελευταία νύχτα τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, νύχτα ποτισμένη μὲ δάκρυα, τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης. Τότε ἐτέλεσε τὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστί­ας καὶ κάλεσε τοὺς μαθητὰς νὰ κοινωνήσουν τὰ ἄχραντα μυστήρια. Μετὰ τοὺς ἀπηύ­θυνε μία μεγάλη σπουδαιοτάτη ὁμιλία. Καὶ τέ­λος τί ἔκανε; προσευχήθηκε. Προτοῦ ν᾿ ἀναχωρήσῃ γιὰ τὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ὅπου θὰ τὸν συνελάμβαναν οἱ Ἰουδαῖοι, ὁ Κύριος προσ­ευχήθηκε στὸν οὐράνιο Πατέρα. Προσ­ευχήθη­κε πρῶτα γιὰ τὸν ἑαυτό του, προσευχή­θηκε ἔ­πειτα γιὰ τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς Χριστι­α­νοὺς ὅλων τῶν αἰώνων. Ἀφήνουμε τὰ ἄλλα, γιὰ νὰ σταθοῦμε στὰ λόγια ποὺ εἶπε γιὰ τοὺς μαθητάς του καὶ ὅλους τοὺς Χριστιανούς.
* * *
Προέβλεπε ὁ Χριστός. Τί προέβλεπε; Προέβλεπε, ὅτι ὁ σατανᾶς θὰ πολεμήσῃ τὴν Ἐκ­κλησία ποὺ ἵδρυσε. Θὰ τὴν πολεμήσῃ μὲ λύσσα, μὲ ὅλα τὰ μέσα ποὺ διαθέτουν οἱ σκοτει­νὲς δυνάμεις του. Τὸ δὲ ἰσχυρότερο μέσο ἢ ὅπλο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ προσπαθήσῃ νὰ διαλύ­σῃ τὴν Ἐκκλησία, εἶνε – ποιό; Ἡ διαίρεσις. Θὰ ἐν­σπείρῃ ζιζάνια, θὰ ψυχράνῃ τὶς καρδιὲς τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θ᾿ ἀγαποῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, θὰ ἀλληλομισοῦνται, καὶ ἡ Ἐκκλησία θὰ διαιρεθῇ σὲ διάφορες φατρίες καὶ κόμματα καὶ ὑποδιαιρέσεις. Αὐτὸ προέβλεπε ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ παρακαλεῖ τὸν οὐράνιο Πατέ­ρα. Παρακαλεῖ γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησί­ας. Σὲ παρακαλῶ, λέει, οὐράνιε Πατέρα, οἱ Χριστιανοὶ νὰ εἶνε ἕνα, ἑνωμένοι μὲ τὴ ῥίζα καὶ μεταξύ τους ὅπως οἱ κληματόβεργες στὸ ἀμπέλι. Τὸ αἴτημα «ἵνα ὦσιν ἕν» τὸ ἐπαναλαμ­βάνει πέντε φορές (βλ. Ἰω. 17,12,21-23). Τόσο μεγάλη σπουδαιότητα ἀποδίδει ὁ Χριστὸς στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Θέλεις νὰ δῇς τὴν ἀξία τῆς ἑνότητος; Δὲς μιὰ οἰκογένεια δεμένη, ποὺ ἡ γυναίκα σέβεται καὶ ὑπακούει στὸν ἄντρα, ὁ ἄντρας ἀγαπάει τὴ γυναῖκα, τὰ παιδιὰ ἀκοῦνε τοὺς γονεῖς· μιὰ τέτοια οἰκογένεια εἶνε παράδεισος – δυστυχῶς σπάνιο πρᾶγμα πλέον. Πόσο συγ­κινήθηκα ὅταν κάποιος μοῦ εἶπε· «Ζήσαμε πενήντα χρόνια μὲ τὴ γυναῖκα μου, καὶ κακὸ λόγο δὲν ἀλλάξαμε»! Ἡ σημερινὴ γενεὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων κακῶν ἔχει καὶ τὴ διάλυσι τῆς οἰ­κο­γενείας· πορνεία, μοιχεία, διαζύγιο ἀκοῦς συχνά· διαπληκτισμοὶ φτάνουν κάθε μέρα στὴ μητρόπολι. Στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὴν εὐλογημένη χώρα, μέσ᾿ στὰ ἑκατὸ χρόνια δὲν ἀκουγόταν οὔτε ἕνα διαζύγιο. Τώρα ἡ οἰκογέ­νεια εἶνε διαλυμένη. Δεῖξτε μου μιὰ οἰκογένεια ποὺ νὰ εἶνε ἑνωμένη σφιχτά, ποὺ ὁ ἄν­τρας νὰ γνώρισε μόνο μιὰ γυναῖκα στὸν κόσμο καὶ ἡ γυναίκα νὰ γνώρισε μόνο ἕναν ἄν­τρα – σπάνιο φαινόμενο πλέον· στὴ γενεὰ Σοδόμων καὶ Γομόρρας ἡ ἑνότητα διασπάσθηκε.
Θέλετε νὰ δῆτε τὴν ἀξία τῆς ἑνότητος; Ῥί­ξτε ἕνα βλέμμα σ᾿ ἕνα χωριὸ ποὺ οἱ κάτοικοι λόγῳ τῶν κομματικῶν διαφορῶν ἔχουν διαιρε­θῆ. Εἶνε τρομερό. Μαθαίνω, ὅτι σὲ μικρὰ καὶ με­γάλα χωριά, ἀλλὰ καὶ παντοῦ, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν γίνει ἐχθροὶ ἐξ αἰτίας τῶν πολιτικῶν δι­αφορῶν. Ἐνῷ εἶνε πατριῶτες, ἐνῷ εἶνε Χριστι­ανοί, ἐνῷ εἶνε βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τῆς ἁ­γί­ας Τριάδος, ψυχραίνονται μεταξύ τους σὲ τέτοιο σημεῖο, ποὺ δὲ λένε καλημέρα ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· λὲς καὶ ὁ ἄλλος εἶνε Τοῦρκος, λὲς κ᾿ εἶνε ἀλλόφυλος. Αὐτὰ καὶ μεταξὺ συγγε­νῶν ἀκόμη. Οἱ ὀπαδοὶ κάθε κόμματος ἔχουν τὸ δικό τους καφφενεῖο· στὸ ἕνα καφφενεῖο πᾶνε οἱ μέν, στὸ ἄλλο πηγαίνουν οἱ ἄλλοι. Θεέ μου, τί διαίρεσις εἶν᾿ αὐτή!
Θέλεις νὰ δῇς ἀκόμη πιὸ πολὺ τὴν ἀξία τῆς ἑνότητος; Διάβασε τὴν ἱστορία μας. Μικρὸ εἶ­νε τὸ ἔθνος μας. Ἀλλ᾿ ὅταν ἦταν ἑνωμένο, ὤ τότε νικούσαμε τοὺς ἐχθρούς. Οἱ γονεῖς μας, ἡ παλαιὰ γενεὰ ποὺ ἦταν τότε νέα παιδιά, ὅταν στρατεύθηκαν μᾶς ἄφηναν καὶ ἔφευγαν γιὰ τὸ μέτωπο. «Παναγιὰ μαζί σας», τοὺς ἔλεγαν οἱ μητέρες καὶ οἱ γιαγιάδες μας. Κ᾿ ἔφευγαν, κ᾿ ἔφευγαν. Καὶ ἑνωμένοι προχώρησαν, ἔφτασαν στὴ Λάρισσα. Καὶ προχώρησαν, πέρασαν τὸν Ὄλυμπο, καὶ σὰν ἀετοὶ τὴν ἡμέρα τοῦ ἁ­γίου Δημητρίου μπῆκαν στὴ Θεσσαλονίκη. Καὶ προχώρησαν, ἔφτασαν μέχρι τὴ Σόφια. Ἦταν τότε ὅλοι ἑνωμένοι, δὲν ὑπῆρχαν κόμματα, δὲν ὑπῆρχε διαίρεσις. Ἑνωμένο τὸ Ἑλληνικὸ ἔ­θνος ἔφτασε μέχρι τὴν Τσατάλτζα, ἔξω ἀπ᾿ τὴν Κωνσταντινούπολι. Σὲ λίγο θὰ μπαίναμε στὴν Πόλι καὶ θὰ λειτουργούσαμε στὴν Ἁγια-Σοφιά. Ἀλλά, ἀλλά… Καὶ ἐνῷ οἱ Ἕλληνες εἶ­χαν φτάσει μέχρι τὸ Σαγγάριο καὶ ὁ Κεμὰλ ἄ­δειαζε τὴν Ἄγκυρα καὶ ἔφευγε πέρα ἀπ᾿ τὸ Ἰκόνιο, καὶ προμηνυόταν θρίαμβος καὶ νίκη μεγάλη…, τί μᾶς ἔφαγε, τί μᾶς διέλυσε; ἡ διχόνοια. Διχάστηκε τὸ ἔθνος. Αἰτία τῆς νίκης τῶν Τούρκων ἦταν ἡ τρομερή μας διχόνοια. Δὲν τὸ λέω ἐγώ· τὸ λέει ὁ Κεμάλ. Ὅταν στὴν Ἄγκυρα τὸν χειροκροτοῦσαν, αὐτὸς τοὺς εἶπε· Τί μὲ χειροκροτᾶτε; δὲν νικήσαμε ἐμεῖς τοὺς Ἕλληνες· οἱ Ἕλληνες νικήθηκαν μόνοι τους, μὲ τὴ διαίρεσί τους… Ἔτσι ἦρθε ἡ μικρασιατικὴ καταστροφή, ἡ μεγάλη καταστροφή, ἀπὸ τὴ διαίρεσι.
* * *
Ἀδελφοί μου! Ὁ σατανᾶς διαιρεῖ, ὁ Χριστὸς ἑνώνει. Κ᾿ ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα. Ὁ Χριστὸς ἑνώνει. Καὶ Χριστὸς ἴσον Ἐκκλησία. Καὶ ἡ Ἐκκλησία ἑνώνει. Καὶ ἐγὼ ὡς ἐπίσκοπος δὲν ἀνήκω σὲ κόμματα. Πενήντα χρόνια δουλεύω στὴν Ἐκκλησία, πολλοὺς διωγμοὺς καὶ φυλακίσεις καὶ ἐξορίες ὑπέστην, ἀλλὰ σὲ κόμματα δὲν ἀνήκω. Ἡ Ἐκκλησία μένει πάνω ἀπὸ τὰ κόμματα. Ἡ Ἐκκλησία μας, ὅπως εἶπα πολλὲς φορὲς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἶνε σὰν τὴν κλῶσσα. Ἡ κλῶσσα ἀγαπάει ὅλα τὰ πουλιά της· ἄλλα πουλιά της εἶνε ἄσπρα, ἄλλα εἶ­νε κόκκινα, ἄλλα εἶνε γαλάζια, ἄλλα εἶνε κίτρι­να, ἄλλα εἶνε μαῦρα· ἐκείνη τ᾿ ἀγαπάει ὅλα, ὁ­ποιοδήποτε χρῶμα καὶ ἂν ἔχουν. Ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀγαπάει ὅλα τὰ παιδιά της καὶ δὲν ἀ­ναμιγνύεται στὰ κομματικά. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει νὰ λέμε· Ἀνήκουμε στὴν πατρίδα, στὴ γλυκειά μας πατρίδα. Καὶ πάνω ἀπὸ τὴν πατρί­δα ἀνήκουμε στὸ Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. Ἐκεῖ ν᾿ ἀνήκουμε καὶ ἕνα μόνο νὰ ἐπιδιώκουμε· νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι, ἑνωμέ­νοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου