Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Η Μητρόπολη Πειραιώς για τη Βασούλα Ρύντεν

Η Μητρόπολη Πειραιώς για τη Βασούλα Ρύντεν

Το περιοδικό των εν Ελλάδι Ιησουιτών «Ανοιχτοί Ορίζοντες» (τεύχος 1083, Αύγουστος – Οκτώβριος 2013) δημοσίευσε άρθρο του παπικού κληρικού και διευθυντή του εν λόγω περιοδικού κ. Θεοδώρου Κοντίδη με θέμα: «Ένα ιδιαίτερο προσκύνημα στους Αγίους Τόπους».
Διαβάζοντας με προσοχή το άρθρο διαπιστώσαμε πράγματι, ότι το «προσκύνημα» αυτό ήταν όντως «ιδιαίτερο», διότι διοργανώτρια
ήταν η γνωστή κ. Βασούλα Ρύντεν, η οποία, όπως αναφέρει στο άρθρο του ο κ. Κοντίδης «είναι γνωστή ως ορθόδοξη πιστή, Ελληνίδα της διασποράς από την Ηλιούπολη του Καίρου, η οποία σε προσωπικά οράματα έχει συνομιλίες με το Θεό Πατέρα, το Χριστό, αλλά και με αγίους και με την Παναγία. Τα οράματα αυτά έχουν δημοσιευτεί σε πολλές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά και είναι διαθέσιμα και στο διαδίκτυο» (σελ.23) και πως είναι «χαρισματική φυσιογνωμία!» (σελ.25). Παρά κάτω (σελ.26) ο συγγραφέας επανέρχεται στις «ιδιωτικές αποκαλύψεις» και στα «οράματα» της κ. Βασούλας, τα οποία αξιολογεί θετικά: «Η Εκκλησία δεν παρουσιάζει τις ιδιωτικές αποκαλύψεις ως υποχρεωτικά άρθρα πίστεως για κάθε πιστό. Μπορεί όμως να δεχθή τα εν λόγω γραπτά (της κ. Βασούλας) ως αναγνώσματα χρήσιμα και πνευματικά ωφέλιμα…Δεν βλέπω λόγο να αντιμετωπίζονται εχθρικά τα παρά πάνω».

Επειδή σχετικά με την οραματίστρια αυτή δημιουργήθηκε μείζον θέμα, αφού τόσον η Εκκλησία της Ελλάδος, όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγκάσθηκαν να ασχοληθούν με τις «αποκαλύψεις» και τα γραπτά της, θεωρούμε αναγκαίο να κάνουμε μια σύντομη αναφορά γύρω από το πρόσωπό της, προς ενημέρωση και προφύλαξη του πιστού λαού του Θεού. Κατ’ αρχήν ήδη από το 1990 η Εκκλησία της Ελλάδος χαρακτήρισε την κίνηση της κ. Βασούλας Ρύντεν ασυμβίβαστη με την Ορθόδοξη πίστη.

Ο πρωτ. π. Κυριακός Τσουρός, Γραμματέας της Συνοδικής Επιτροπής επί των αιρέσεων σε άρθρο του με τίτλο «Ποιά είναι η κ. Βασούλα Ρύντεν» την ξεσκεπάζει με βάση τα γραπτά της: «Σε διάλογο με τον Ιησού: (Βασούλα): Μπορώ να σ’ ευλογήσω και εγώ; (Ιησούς): Μπορείς. (Βασούλα): Τότε έχε τις ευλογίες μου Ιησού Χριστέ!’ (Τετράδια 116, α 77). Ο Ιησούς στην ερώτησή της: ‘Η καρδιά μετρά περισσότερο από τα ράσα;’, απαντά: Ναί, το σημαντικό είναι η καρδιά’. Έτσι, η Βασούλα μπορεί να παίρνει από το Χέρι Του τον Άρτο Του’ (αυτόθι, σελ. 75 και 156)…τελικά ο Ιησούς της λέει: Έλα, ας αναπαυθούμε ο ένας μέσα στον άλλο’ (αυτόθι, σ.147). Εξ άλλου, ο Ιησούς την διάλεξε να γίνει ο βωμός Του (αυτόθι, σ. 187). Ο Ιησούς αποκαλύπτει και τα εξής για την Βασούλα: Υπόλοιπό Μου, ενώσου μαζί Μου και ας γίνομε ένα μαζί, μαζί θ’ αποκαταστήσουμε την Εκκλησία Μου» (Τετρ. 116, σ 224).

Από τα παρά πάνω αποσπάσματα εύκολα μπορεί να διακρίνει ο αναγνώστης, ότι τα οράματα της «Βασούλας» δεν έχουν καμία σχέση με εκείνα, τα οποία χαρακτηρίζουν τα οράματα των αγίων Πατέρων. Οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες αξιώθηκαν πνευματικών αποκαλύψεων και οραμάτων, αφού προηγουμένως έφθασαν σε υψηλά μέτρα πνευματικής τελειώσεως. Αφού προηγουμένως διά μακροχρονίου και επιπόνου ασκήσεως, διά νηστείας, αγρυπνίας, προσευχής και σταυρώσεως του παλαιού ανθρώπου, πέρασαν από την κάθαρση στον φωτισμό και από τον φωτισμό στην θέωση. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι από πολλή ταπείνωση δεν κοινοποιούσαν στα πνευματικά τους τέκνα τις εμπειρείες τους αυτές παρά μόνον σε έκτακτες περιπτώσεις, όταν το επέβαλλαν ειδικοί ποιμαντικοί λόγοι. Γιά παράδειγμα ο απ. Παύλος αναγκάζεται να ομιλήσει στους Κορινθίους για τις αποκαλύψεις του και την αρπαγή του στο παράδεισο, επειδή αυτό ήταν αναγκαίο, προκειμένου να προφυλάξει τα πνευματικά του τέκνα από τους ψευδαποστόλους, ομιλών μάλιστα σε τρίτο πρόσωπο: «Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων…» (Β΄Κορ.12,2). Μετά δε την κοινοποίηση αυτών από πολλή ταπείνωση εμέμφετο τον εαυτό του: «Γέγονα άφρων καυχόμενος, υμείς με ηναγκάσατε…» (Β΄Κορ.12,11). Όλα τα παρά πάνω δεν βλέπουμε να παρουσιάζει η «Βασούλα» στη ζωή της παρ’ όλη την απομάκρυνσή της από την προτέρα κοσμική ζωή της.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης έχων ο ίδιος από την μακροχρόνια ασκήσή του και την πάλη του προς τους δαίμονας ιδίαν πείραν των μεθοδιών του Διαβόλου, ο οποίος προκειμένου να αποπλανήσει τον άνθρωπο «μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός» (Β΄Κορ.11,14) εφιστά την προσοχή των πιστών: «Πρόσεχε ούν ακριβώς Θεού εραστά, εν γνώσει. Επάν εργαζόμενος το έργον, ίδης φως, ή πυρ έξωθεν, ή σχήμα δήθεν Χριστού, ή αγγέλου, ή ετέρου τινός, μη παραδέξη αυτό, ίνα μη βλάβην υποστής» (Περί ησυχίας και των δύο τρόπων της προσευχής, 10)

Γιά τους παρά πάνω λόγους και το Σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 16.3.2011 με ανακοίνωσή του αποδοκίμασε τις δοξασίες και την κίνησή της ως πεπλανημένες: «Υπό το πνεύμα τούτο, και διά την οφειλετικήν προστασίαν του μεν ευσεβούς Ορθοδόξου πληρώματος εξ επικινδύνων πνευματικών συγχύσεων, των δε μη γνωριζόντων καλώς τα πράγματα εκ τούελλοχεύοντος κινδύνου της πλάνης, αποδοκιμάζονται υπό της Μητρός Εκκλησίας αι υπό της Βασιλικής Παρασκευής Πεντάκη-Ρύντεν, ευρύτερον γνωστής ως «Βασούλας», και της υπ’ αυτής ιδρυθείσης οργανώσεως υπό τον τίτλον «Αληθινή εν Θεώ ζωή», ακρίτως και επιπολαίως εισαγόμεναι διδασκαλίαι περί των δήθεν ‘απ’ ευθείας διαλόγων της μετά του Ιδρυτού της Εκκλησίας Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της κατακτήσεως υπ’ αυτής τε και των οπαδών της της ‘αληθινής εν Θεώ ζωής’, αι οποίαι παρεκκλίνουν αυθαιρέτως της θεοσδότου διδασκαλίας της Εκκλησίας, αλλά και σκανδαλίζουν το Ορθόδοξον φρόνημα των ευλαβών πιστών».
Το «προσκύνημα» πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με το περιοδικό, την τελευταία εβδομάδα του περασμένου Αυγούστου με μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων: «Υπήρχαν περίπου 700 προσκυνητές, από πολλά μέρη του κόσμου και από πολλές χριστιανικές Εκκλησίες και παραδόσεις.

Από την πρώτη μέρα που οι κληρικοί παρουσιάσθηκαν βρέθηκα ανάμεσά σε 80 περίπου καθολικούς ιερείς, μεταξύ των οποίων ήταν και πέντε επίσκοποι, πέντε ή έξι Ορθόδοξοι ιερείς, αρμενίους ιερείς με έναν επίσκοπο και περίπου 10 προτεστάντες λειτουργούς, από διάφορες παραδόσεις της Μεταρρύθμισης» (σελ.23). Επρόκειτο επομένως για Οικουμενιστικό «προσκύνημα» και αυτό είναι φανερό όχι μόνον από το γεγονός της συμμετοχής «πολλών χριστιανικών Εκκλησιών και παραδόσεων», υπό την αιγίδα της «Βασούλας», αλλά και από το όλο πρόγραμμα του «προσκυνήματος»: Κατά τη διάρκεια των επισκέψεων στους ιερούς τόπους, τελούνταν καθημερινά η Θεία Λειτουργία, «έκθεση του Αγιωτάτου Μυστηρίου», εξομολογήσεις, κλπ. Επί πλέον, όπως σημειώνει ο αρθρογράφος: «Όλοι μου φάνηκαν εξοικειωμένοι με τις ακολουθίες αυτές. Το όλο προσκύνημα είχε έντονη ενωτική χροιά, δηλαδή τονιζόταν ότι οι χριστιανικές Εκκλησίες πρέπει να προσεγγίσουν η μία την άλλη με πνεύμα ταπεινότητας και αγάπης και είναι θέλημα του Χριστού οι μαθητές του να είναι ενωμένοι. Ιδιαίτερα τονιζόταν η κοινή ημερομηνία του εορτασμού του Πάσχα ως συγκεκριμένη ενέργεια υπέρ της ενότητας της Εκκλησίας» (σελ.23-24). Ιδιαιτέρα εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι: «όλοι καλούνταν να δεχθούν την θεία κοινωνία» (σελ.24), δηλαδή ανεξαρτήτως της χριστιανικής ομολογίας στην οποία ανήκαν. Επίσης: «Παράλληλα, ήταν αποδεκτό ότι λόγω της πίστης μας στο Χριστό, όλοι ανήκουμε στο μυστικό σώμα Του, λόγω της έμπρακτης αγάπης μας προς Αυτόν, ακόμη και αν προσωπικά σφάλουμε σε θεολογικά ζητήματα ή επειδή κληρονομούμε μια ελλιπή παράδοση. Η άποψή μου είναι ότι υπήρχε πλουραλισμός ως προς την προσέλευση των προσκυνητών, αλλά όχι θεολογική σύγχυση!» (σελ.24-25).

Δεν θα συμφωνήσουμε με τον κ. Κοντίδη, ο οποίος προφανώς επηρεασμένος και διαβρωμένος από την παναίρεση του Οικουμενισμού, δεν βλέπει καμιά «θεολογική σύγχυση» στην παρά πάνω ομάδα των προσκυνητών. Όλα όσα παραθέτει παρά πάνω σχετικά με την ομάδα αυτή μαρτυρούν βαθειά θεολογική και εκκλησιολογική σύγχυση. Η εν λόγω ομάδα σαφέστατα κινείται μέσα σε μια οικουμενιστική ιδεολογική ατμόσφαιρα και πρακτική. Είναι βαθειά διαποτισμένη από τα βασικά δόγματα και αιρετικές θεωρίες του Οικουμενισμού και μάλιστα από την αιρετική θεωρία του δογματικού Μινιμαλισμού. Δεν υπάρχουν σ’ αυτήν σαφείς οριοθετικές γραμμές, που διαχωρίζουν την πλάνη από την αλήθεια, το φως της Ορθοδοξίας από το σκότος της αιρέσεως και της ετεροδοξίας. Αντίθετα καλλιεργείται η αντίληψη ότι όλοι ανήκουν στο μυστικό σώμα του Χριστού, άσχετα από τις δογματικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ τους. Δεν έχει σημασία για αυτούς αν κάποια από τις χριστιανικές ομολογίες (και εν προκειμένω η Ορθόδοξος Εκκλησία) διαφυλάσσει ακέραια και απαραχάρακτα τα δόγματα και τις αλήθειες της πίστεως, ούτε υπάρχει διάθεση ερεύνης προς διακρίβωση της αλήθειας των δογμάτων της πίστεως, αφού εν ονόματι και μόνον της αγάπης «όλοι ανήκουμε στο μυστικό σώμα Του … ακόμη και αν προσωπικά σφάλουμε σε θεολογικά ζητήματα ή επειδή κληρονομούμε μια ελλιπή παράδοση».

Ωστόσο η παρά πάνω Οικουμενιστική θεώρηση της Εκκλησίας ως «τόπου» όπου περιχωρείται, συγκρητιστικώ τω τρόπω, η αλήθεια με την πλάνη, είναι πέρα για πέρα ξένη προς την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση. Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, η οποία κατά τον Απόστολο είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α΄Τιμ.3,15), το σώμα του ζώντος Χριστού, ο Οποίος είναι «η Αλήθεια», να ανεχθεί μέσα στους κόλπους της την πλάνη και το ψεύδος της αιρέσεως και της ετεροδοξίας, που είναι πνευματικό σκότος και θάνατος. «Τις κοινωνία φωτί προς σκότος;», λέγει πάλιν ο Απόστολος (Β΄Κορ.6,14).

Πέραν τούτου μια τέτοια θεώρηση της Εκκλησίας ουσιαστικά ανατρέπει ολόκληρη την πατερική μας Παράδοση, διότι καθιστά ανώφελους και περιττούς τους αγώνες των για την διασφάλιση και διαφύλαξη των δογματικών αληθειών της πίστεως. Όπως γνωρίζουμε οι άγιοι Πατέρες μας έδιναν μεγάλη σημασία στην διασάφιση και διαφύλαξη των αληθειών της πίστεως. Χάριν δε αυτής της ακριβείας, μεγάλους αγώνες έκαναν, και πολλές θλίψεις υπέφεραν. Πολλοί από αυτούς εξορίστηκαν, ή καθαιρέθηκαν, ή φυλακίστηκαν, ή υπέμειναν βασανιστήρια, ή θυσίασαν και την ίδια την ζωή τους ακόμη. Αυτή η επιμονή τους οφείλεται στο γεγονός, ότι είχαν συνειδητοποιήσει, ότι νόθευσις της πίστεως, και η ελαχίστη ακόμη, από κάποια αιρετική διδασκαλία οδηγεί στην απώλεια, σύμφωνα με τον λόγο τούΑποστόλου: «Καί εν υμίν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας» (Β΄Πετρ.2,1), ή σύμφωνα με τον λόγο του Παύλου: «αλλά και αν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ’ ο ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω» (Γαλ.1,8).

Όπως παρατηρεί εύστοχα σύγχρονος θεολόγος: «η δογματική ακρίβεια αποτελεί δείκτη και μαρτυρία ευσεβούς φρονήματος. Το ορθοδόξως θεολογείν συνδέεται λειτουργικά με την αγάπη, η οποία κατά τον άγιο Φιλόθεο Κόκκινο, αποτελεί και το κριτήριο αυθεντικότητος της Θεολογίας. Κατά συνέπεια, όταν κάποιος σφάλλει στη Θεολογία, δηλαδή στο δόγμα, όταν με άλλα λόγια είναι ετερόδοξος, δεν μπορεί να έχει και να βιώνει την τέλεια αγάπη, που νοείται ως άκτιστη ενέργεια του Θεού. Μάλιστα κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, ‘απόδειξις της αγάπης και τελειώτατος της πίστεως όρος, των ευαγγελικών δογμάτων η τήρησις και των θείων εντολών η φυλακή’’…Γιά να πραγματοποιηθεί αυτή ηενότητα εν Χριστώ (δηλαδή με τους ετεροδόξους), είναι τελείως απαραίτητο το ένα φρόνημα όλων ως προς την πίστη. Στην πίστη δεν μπορεί να υπάρχει ποικιλία, αλλά απόλυτη ταυτότητα.

Αυτό γίνεται κατανοητό και σαφές από τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίες συνοδεύονται πάντοτε με την ξεκάθαρη καταδίκη της εκάστοτε ετεροδοξίας και την σαφήέκπτωση από την Εκκλησία, όσων αρνούνται να συμμορφωθούν με τις αγιοπνευματικές αποφάσεις των θεοφόρων Πατέρων, που τις συγκροτούν».

Πέρα από τις παρά πάνω επισημάνσεις οι προσκυνητές αυτοί δείχνουν ότι όχι απλώς έχουν διαποτιστή και αποδεχθή τα βασικά δόγματα και αιρετικές θεωρίες του Οικουμενισμού, αλλά επί πλέον προσπαθούν να εφαρμόσουν τον Οικουμενισμό στην πράξη. Συμπροσεύχονται, συμμετέχουν στην παπική Θεία Λειτουργία, προσπαθούν να εξοικειωθούν στο λατρευτικό τυπικό των άλλων χριστιανικών ομολογιών, συμμετέχουν σε «χαρισματικές τελετές» προτεσταντικού τύπου και το σπουδαιότερο: «κοινωνούν» από κοινού «ανεξαρτήτως της χριστιανικής ομολογίας στην οποία ανήκαν». Αυτό δείχνει ότι η ομάδα αυτή εφάρμοζε στην πράξη την λεγόμενη intercommunion, την μυστηριακή διακοινωνία, προτρέχοντας και προλαμβάνοντας, τρόπον τινά, την επίσημη, ουνιτικού τύπου βέβαια, μελλοντικώς σχεδιαζομένη ένωση των «Εκκλησιών».

Δεν μας ξενίζει το γεγονός ότι μια πλανεμένη οραματίστρια εμφανίζεται ως θερμός συνήγορος του Οικουμενισμού, προωθούσα την αίρεση και πρωτοστατούσα σε Οικουμενιστικού τύπου προσκυνήματα. Αυτό είναι φυσικό και επόμενο, αφού όπως είναι γνωστό τα δαιμόνια γνωρίζουν να συνεργάζονται μεταξύ τους στον κοινό σκοπό τους, την απώλεια του ανθρώπου.

Ούτε επίσης μας ξενίζει το γεγονός ότι το Βατικανό από 2004 και εντεύθεν τηρεί μια μάλλον θετική στάση απέναντι στην κίνηση της «Βασούλας». Τούτο μπορεί εύκολα να εξηγηθή, αν λάβουμε υπ’ όψιν μας σχετικό «όραμά» της στο οποίο προβάλλεται και διαφημίζεται το Πρωτείο του Ποντίφηκος: «Η ‘‘ένωση’’ θα γίνη βεβαίως, μέσω ‘‘του Πέτρου’’, δηλαδή του Πάπα της Ρώμης: ‘(Ιησούς): Στο Μήνυμά Μου ζητώ να ενωθούν οι Εκκλησίες Μου … Διάλεξα τον Πέτρο να είναι ο φύλακάς σας, να σας φυλάει μέσα στην Αλήθεια ως την Επιστροφή Μου, αλλά οι άνθρωποι Με παρήκουσαν. Διαιρέθηκαν ανακηρύσσοντας δικούς τους κανόνες. Αληθινά σας λέγω, μην ακούτε εκείνους που αντιτίθενται στον Πέτρο, τον Πέτρο των Αμνών Μου, που είναι σήμερα οΙωάννης Παύλος Β΄, γιατί είναι ο εκλεκτός Μου και ο αγαπημένος της Ψυχής μου. Μην ακούτε εκείνους που τον καταδικάζουν, έχουν πλανηθεί…να γυρίσετε όλοι στον Πέτρο και να γίνετε ένα, όπως ο Πατέρας κι Εγώ είμαστε Ένα» (Τετρ.2940, σ. 45, βλ. Περιοδικό Διάλογος τεύχος 17).

Περαίνοντες, διαπιστώνουμε ότι η παναίρεση του Οικουμενισμού έχει πάρει πλέον επικίνδυνες διαστάσεις, και ως άλλη σαρωτική θύελλα κατεδαφίζει τα πάντα στο πέρασμά της. Η intercommunion, σε λαικό τουλάχιστον επίπεδο, ήδη εφαρμόζεται. Η Εκκλησία αναζητεί στην κρίσιμη αυτή καμπή της ιστορικής της πορείας νέους Γρηγορίους Παλαμάδες και Μάρκους Ευγενικούς, Πατερικά αναστήματα με μαρτυρικό και θυσιαστικό φρόνημα, οι οποίοι θα ηγηθούν και θα συντονίσουν αποτελεσματικά τον αντιαιρετικόν αγώνα προς καταισχύνη της αιρέσεως και δόξαν της αγίας μας Εκκλησίας.



Γραφείο αιρέσεων και παραθρησκειών της Μητροπόλεως Πειραιώς

ΠΗΓΗ:    KLIK

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου