Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017



Κυριακή του Ασώτου-Αγ.Ιωάννου του Χρυσοστόμου

 ταν δυ δλφια·τ ποα, φο μοιρστηκαν τν πατρικ περιουσα τους, νας μεινε στ σπτι, ν λλος φυγε σ μακριν χρα. ‘Εκε, φο κατφαγε λα σα το δθηκαν, δυστχησε κα πφερε μ πομνοντας τ ντροπ π τ φτχεια. (Λουκ 15: 11 κ..) Ατ τν παραβολ θλησα ν σς τν π, γι ν μθετε, τι πρχει φεση μαρτημτων κα μετ τ
Βπτισμα, ἐάν εμαστε προσεκτικο. Κα τ λγω ατ χι γι ν σς κνω διφορους, λλ γι ν σς πομακρνω π τν πγνωση. Γιατ πγνωση μς προξενε χειρτερα κακ κα π τ ραθυμα.

 Α
τς λοιπν υἱός ποτελε τν εκνα κενων πο μρτησαν μετ τ Βπτισμα. Κα τι φανερνει κενους πο μρτησαν μετ τ Βπτισμα, ποδεικνεται π τ τι νομζεται υἱός. Γιατ καννας δν μπορε ν νομασθε υἱός χωρς τ Βπτισμα. πσης διμενε στν πατρικ οκα κα μοιρστηκε λα τ πατρικ γαθ, ν πρν π τ Βπτισμα δν μπορε κανες ν λβει τν πατρικ περιουσα, οτε ν δεχθε κληρονομα. στε μ λα ατ μς παινσσεται τ σνολο τν πιστν. πσης ταν δελφς κενου πο εχε προκψει. δελφς μως δν θ μποροσε ν γνει χωρς τν πνευματικ ναγννηση. Ατς λοιπν, φο πεσε στ χειρτερη μορφ κακας, τ λγει: «Θ πιστρψω στν πατρα μου» (Λουκ 15:18).

 Γι
ατ πατρας του τν φησε κα δν τν μπδισε ν φγει στν ξνη χρα, γι
ν μθει καλ μ τν περα, πση εεργεσα πολμβανε ταν βρισκταν στ σπτι. Γιατ πολλς φορς Θες, ταν δν πεθει μ τ λγο του, φνει ν διδαχθομε π τν περα τν πραγμτων, πργμα ββαια πο λεγε κα στος ουδαους. πειδ δηλαδ δν τος πεισε οτε τος προσλκυσε, πευθνοντς τους μτρητους λγους μ τος προφτες, τος φησε ν διδαχθον μ τν τιμωρα, λγοντς τους: «Θ σ διδξει ποστασα σου κα θ σ λγξει κακα σου» (ερ. 2, 19). Γιατ πρεπε ν Το εχαν μπιστοσνη π πρν. πειδ μως ταν τσο πολ νασθητοι, στε ν μ πιστεουν στς παραινσεις κα τς συμβουλς Του, θλωντας ν προλβει τν ποδολωσ τους στν κακα, πιτρπει ν διδαχθον π τ δια τ πργματα, στε τσι ν τος κερδσει κα πλι.

 
φο λοιπν σωτος φυγε στν ξνη χρα κα π τ δια τ πργματα μαθε πσο μεγλο κακ εναι ν χσει κανες τ πατρικ του σπτι, πστρεψε, κα πατρας του ττε δν το κρτησε κακα, λλ τν δχτηκε μ νοιχτ γκαλι. Γιατ ραγε; πειδ ταν πατρας κα χι δικαστς. Κα στθηκαν ττε χορο κα συμπσια κα πανηγρια κα λο τ σπτι ταν φαιδρ κα χαρομενο.

Τ μο λς τρα νθρωπ μου; Ατς εναι ο μοιβς τς κακας; χι τς κακας, νθρωπε, λλ τς πιστροφς. χι τς πονηρας, λλ τς μεταβολς πρς τ καλτερο. Κα κοστε κα τ σπουδαιτερο: γανκτησε γι ατ μεγαλτερος υἱός. πατρας μως τν πεισε κι ατν μιλντς του μ πρατητα κα λγοντας, «σ πντοτε ζοσες μαζ μου, ν ατς ταν χαμνος κα βρθηκε, ταν νεκρς κα ξαναβρκε τ ζω του» (Λουκ 15:31-32). ταν πρπει ν διασσει τν χαμνο, λγει: «Δν εναι ρα τρα γι δικαστρια, οτε γι λεπτομερ ξταση, λλ εναι ρα μνο φιλανθρωπας κα συγγνμης.» Καννας ατρς, πο χει μελσει διος ν δσει φρμακο στν σθεν, δν ζητε εθνες π ατν γι τν ταξα του κα οτε τν τιμωρε. Κα ν κμα χρειαζταν ν τιμωρηθε σωτος, τιμωρθηκε ρκετ ζντας στν ξνη χρα.

Τ
σο λοιπν χρνο στερθηκε τ συντροφι μας κα ζησε παλεοντας μ τν πενα, τν τμωση κα τ χειρτερα κακ. Γι ατ λγει πατρας: «ταν χαμνος κα βρθηκε, ταν νεκρς κα ξαναβρκε τ ζω του». Μ βλπεις, λγει, τ παρντα, λλ σκψου τ μγεθος τς προηγομενης συμφορς. δελφ βλπεις, χι ξνο. Στν πατρα του πστρεψε, πο ξεχνει τ περασμνα καλτερα πο θυμται κενα μνο τ ποα μπορον ν τν δηγσουν σ συμπθεια κα λεος, σ στοργ κα εσπλαγχνα ττοια πο ταιριζει στος γονες.

Γι
ατ δν επε, κενα πο πραξε σωτος, λλ κενα πο πεθε. Δν λυπθηκε τι κατφαγε τν περιουσα του, λλ τι περιπεσε σ μτρητα κακ. τσι ψαχνε μ τση προθυμα κα μ κμα μεγαλτερη ν βρε τ χαμνο πρβατο. Κα δ ββαια γρισε πσω διος υἱός, ν στν παραβολ το καλο Ποιμνος φυγε διος ποιμνας. Κα φο βρκε τ χαμνο πρβατο τ φερε πσω, κα χαιρταν πολ περισστερο γι ατ, παρ γι λα τ λλα τ σωσμνα. Κα πρσεχε πς φερε πσω τ χαμνο πρβατο: Δν τ μαστγωσε, λλ μεταφροντς το κα βαστζοντς το στος μους του, τ παρδωσε πλι στ κοπδι.

Γνωρ
ζοντας λοιπν ατ, τι χι μνο δν μς ποστρφεται ταν πιστρφομε κοντ Του, λλ μς δχεται τ διο γαπητικ μ τος λλους πο χουν προκψει στν ρετ. Κα τι χι μνο δν μς τιμωρε, λλ κα ρχεται ν ναζητσει τος πλανημνους. Κα ταν τος βρε, χαρεται περισστερο π σο χαρεται γι κενους πο χουν σωθε. Οτε πρπει ν πελπιζμαστε ταν εμαστε στν κατηγορα τν κακν, λλ οτε ταν εμαστε καλο ν χουμε θρρος. σκντας τν ρετ ν φοβμαστε μπως πσομε, στηριζμενοι στ θρρος μας. Κα ταν μαρτνουμε ν μετανοομε. Κα κενο πο επα ρχζοντας τν μιλα, ατ λγω κα τρα: Εναι προδοσα τς σωτηρας μας ατ τ δο, δηλαδ κα τ ν χουμε θρρος ταν εμαστε νρετοι, κα τ ν πελπιζμαστε ταν εμαστε πεσμνοι στν κακα.

 Γι
ατ Παλος, γι ν σφαλσει κενους πο σκον τν ρετ, λεγε: «κενος πο νομζει τι στκεται, ς προσχει μπως πσει» (Α’ Κορ. 10, 12). Κα πλι: «Φοβμαι μπως, ν κρυξα σ λλους, γ διος βρεθ νξιος» (Β’ Κορ. 11, 3). νορθνοντας πλι τος πεσμνους κα διεγεροντς τους σ μεγαλτερη προθυμα διακρυττε ντονα στος Κορινθους γρφοντας τ ξς: «Μπως πενθσω πολλος πο μρτησαν προηγουμνως κα δν μετανησαν» (Β’ Κορ. 12, 21). Γι ν δεξει τι εναι ξιοι θρνων χι τσο κενοι πο μαρτνουν, σο κενοι πο δν μετανοον γι τ μαρτματ τους. Κα προφτης πλι λγει: «Μπως κενος πο πφτει δν σηκνεται, κενος πο παρνει στραβ δρμο δν πιστρφει;» (ερ. 8, 4). Γι ατ κα Δαυδ παρακαλε ατος κριβς, λγοντας: «Σμερα, ἐάν κοσετε τ φων Ατο, μ σκληρνετε τς καρδις σας πως ττε πο Τν παραπκραναν ο πατρες σας» (Ψαλμ. 94, 8).

σο λοιπν θ πρχει τ σμερα, ς μ πελπιζμαστε, λλ χοντας λπδα πρς τν Κριο κα χοντας κατ νον τ πλαγος τς φιλανθρωπας Του, φο ποτινξουμε κθε τι τ πονηρ π τ σκψη μας, ς σκομε μ πολλ προθυμα κα λπδα τν ρετ, κα ς πιδεξουμε μετνοια μ λη τ δναμ μας. τσι φο παλλαχθομε π λα τ μαρτματ μας δ στ γ, ν μπορσουμε μ θρρος ν σταθομε μπροστ στ βμα το Χριστο, κα ν πιτχουμε τ βασιλεα τν ορανν, τν ποα εχομαι ν πιτχουμε λοι μας μ τ χρη κα φιλανθρωπα το Κυρου μας ησο Χριστο, μαζ μ τν ποο στν Πατρα κα συγχρνως στ γιο Πνεμα νκει δξα, δναμη κα τιμ, τρα κα πντοτε κα στος αἰῶνες τν αἰώνων. μν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου