Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-2 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ
τοῦ Τελώνου κα το Φαρισαίου

[Β´]

(Λουκ. ιη´ 10-14)

ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας», β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 9-27

Μέρος Α´: ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου-1 [Ἁγ. Νικολ. Βελιμίροβιτς]

.               Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος τολμᾶ νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ στὴν Ἐκκλησία, μπροστὰ στὸν Θεό! Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Δὲν εἶναι ὁ χῶρος ὅπου οἱ ἄρρωστοι συναντοῦν τὸ γιατρό τους; Ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἄρρωστοι πνευματικά, ἁμαρτωλοί, πηγαίνουν ἐκεῖ γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν τὴν ἀρρώστια τους στὸ Θεό, τὸ γιατρό. Ν’ ἀναζητήσουν τὴ θεραπεία τους ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς γιατρὸς γιὰ ὅλες τὶς ἀρρώστιες, γιὰ ὅλα τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶναι ὁ χορηγὸς ὅλων τῶν ἀγαθῶν.
.               Στὸ νοσοκομεῖο δὲν πηγαίνουν οἱ ὑγιεῖς, γιὰ νὰ καυχηθοῦν στὸ γιατρὸ πόσο καλὴ ὑγεία ἔχουν. Ὁ Φαρισαῖος αὐτὸς ὅμως δὲν πῆγε στὸ ναὸ ἀπόλυτα ὑγιὴς ψυχικά, γιὰ νὰ κομπάσει γιὰ τὴν ὑγεία του. Αὐτὸς ἦταν σοβαρὰ ἄρρωστος, ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀλαζονείας. Στὸν πυρετὸ τῆς ἀρρώστιας του αὐτῆς ὅμως δὲν καταλάβαινε πόσο σοβαρὰ ἄρρωστος ἦταν.
.              Κάποτε ἐπισκέφτηκα ἕνα ψυχιατρεῖο. Ὁ γιατρὸς μὲ ὁδήγησε μπροστὰ ἀπὸ ἕνα συρμάτινο πλέγμα, κατὰ μῆκος τοῦ δωματίου τοῦ πιὸ σοβαρὰ ἄρρωστου ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς του. «Πῶς αἰσθάνεσαι;», τὸν ρώτησα. Κι ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε ἀμέσως: «Πῶς νομίζεις ὅτι μπορῶ νὰ αἰσθάνομαι, ἀνάμεσα σ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς τρελούς;».
.               Τί ἔλεγε ὁ Φαρισαῖος; Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν πραγματικότητα δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, ἐπειδὴ ἀναγνωρίζει ὅτι σ’ Ἐκεῖνον ὀφείλεται τὸ ὅτι δὲν εἶναι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὄχι. Τὰ λόγια, Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι, δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ ἕνα θαυμασμό, μία αὐτοεγκωμιαστικὴ προσέγγισή του στὸν Θεό, ὥστε Ἐκεῖνος ν’ ἀκούσει τὴν κομπορρημοσύνη του. Ἀπ’ ὅλα ὅσα λέει, προκύπτει πὼς δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεὸ γιὰ τίποτα. Ἀντίθετα, βλασφημεῖ τὸν Θεό, μὲ τὸ νὰ βλασφημεῖ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία Του. Γιὰ τίποτα δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό. Ὅσα λέει γιὰ τὸν ἑαυτό του τ’ ἀποδίδει σὲ δικές του ἐνέργειες, στὰ κατορθώματα ποὺ μόνος αὐτὸς πέτυχε, χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Δὲν θὰ πεῖ σὲ καμιὰ περίπτωση πὼς δὲν εἶναι ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχὸς ἢ τελώνης, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸν προφύλαξε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη αὐτὰ μὲ τὴ δύναμη καὶ τὸ ἔλεός Του. Εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀποτιμᾶ ἔτσι τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ ἕναν ἄξιο ἄνθρωπο μὲ ἐξαιρετικὸ χαρακτήρα, ποὺ δὲν ἔχει τὸ ταίρι του σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὸς χαρακτήρας κάνει προσπάθειες καὶ θυσίες γιὰ νὰ διατηρηθεῖ στὸ ὑψηλὸ αὐτὸ ἐπίπεδο, ψηλότερα ἀπ’ ὅλους τους ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτὸ θέλει νὰ πεῖ, ὅταν κομπάζει πὼς νηστεύει δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνει τὸ δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζει.
.               Πόσο εὔκολο τρόπο διάλεξε γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ Φαρισαῖος! Εὐκολότερο κι ἀπὸ τὸν πιὸ εὔκολο τρόπο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή! Ἀπ’ ὅλες τὶς ἐντολὲς ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους, μέσῳ τοῦ Μωυσῆ, αὐτὸς διάλεξε τὶς δύο εὐκολότερες. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν τηρεῖ καμιά. Ὁ Θεὸς δὲν ἔδωσε τὶς δύο αὐτὲς ἐντολές, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάγκη νὰ νηστεύουν καὶ νὰ δίνουν τὸ δέκατο τῆς περιουσίας τους οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνο ποὺ δὲν χρειάζεται ὁ Θεός. Δὲν ἔδωσε τὶς ἐντολὲς αὐτὲς στοὺς ἀνθρώπους σὰν αὐτοσκοπό, ἀλλὰ – ὅπως καὶ τὶς ἄλλες ἐντολὲς- γιὰ νὰ καρποφορήσουν στὴν ταπείνωση, στὴν ὑπακοὴ στὸν Θεό, στὴν ἀγάπη γιὰ Ἐκεῖνον καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
.               Μὲ λίγα λόγια, τὶς ἐντολὲς ὁ Θεὸς τὶς ἔδωσε γιὰ νὰ διεγείρουν, νὰ μαλακώσουν καὶ νὰ φωτίσουν τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Φαρισαῖος τηροῦσε τὶς ἐντολὲς χωρὶς σκοπό. Νήστευε κι ἔδινε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας του ἀλλὰ μισοῦσε τοὺς ἄλλους, τοὺς περιφρονοῦσε, στάθηκε μὲ ἀλαζονεία μπροστὰ στὸν Θεό. Παρέμεινε ἕνα ἄκαρπο δέντρο. Ὁ καρπὸς δὲν ἔγκειται στὴ νηστεία, ἀλλὰ στὴν καρδιά. Ὁ καρπὸς δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη ἐντολὴ ἀλλ’ ἀπὸ τὴν καρδιά. Ὅλες οἱ ἐντολὲς κι ὅλοι οἱ νόμοι ὑπάρχουν γιὰ νὰ βελτιώνουν τὴν καρδιά. Νὰ τὴ θερμαίνουν, νὰ τὴ φωτίζουν, νὰ τὴν ποτίζουν, νὰ τὴν περιχαρακώνουν, νὰ τὴ σπέρνουν, νὰ τὴν καλλιεργοῦν. Κι ὅλ’ αὐτὰ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ καρποφορήσει ὁ ἀγρὸς τῆς καρδιᾶς, ν’ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ ὡριμάσει ὁ καρπός. Ὅλα τὰ καλὰ ἔργα εἶναι μέσα, δὲν εἶναι σκοπός· εἶναι ἡ μέθοδος, ὄχι ὁ καρπός. Σκοπὸς εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ φέρει τὸν καρπό.
.               Ὁ Φαρισαῖος μὲ τὴν προσευχή του δὲν πέτυχε τὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό. Δὲν ἀποκάλυψε τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ τὴν ἀσχήμια της. Δὲν φανέρωσε τὴν ὑγεία του, ἀλλὰ τὴν ἀρρώστια. Ὁ Χριστὸς θέλησε μὲ τὴν παραβολὴ αὐτὴ νὰ μᾶς δείξει πώς, ὄχι μόνο ὁ συγκεκριμένος Φαρισαῖος, ἀλλὰ τὸ σύνολο τῶν Φαρισαίων ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἤθελε νὰ ἐξουσιάζει τὸν ἰσραηλιτικὸ λαό. Θέλησε μὲ τὴν παραβολή Του ὁ Κύριος νὰ μᾶς δείξει πὼς ἡ διεστραμμένη εὐσέβεια κι ὁ πλανεμένος φαρισαϊσμὸς ἀνήκουν καὶ σέ μᾶς, σὲ ὅλες τὶς γενιὲς τῶν χριστιανῶν μέχρι τὶς μέρες μας. Δὲν ὑπάρχουν σήμερα ἀνάμεσά μας χριστιανοὶ ποὺ προσεύχονται στὸν Θεὸ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὁ Φαρισαῖος; Δὲν εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ ἀρχίζουν τὴν προσευχή τους μὲ κατηγορίες καὶ μομφὲς κατὰ τοῦ πλησίον τους καὶ τελειώνουν μὲ αὐτοεγκωμιασμούς; Δὲν εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸν Θεὸ ὡς δανειστὲς μπροστὰ στὸν ὀφειλέτη τους; Δὲν λένε πολλοὶ ἀπό μας, «Θεέ μου, ἐγὼ νηστεύω, πηγαίνω στὴν ἐκκλησία, πληρώνω τοὺς φόρους μου, κάνω δωρεὲς στὴν ἐκκλησία· δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἐγώ, σὰν τοὺς ἅρπαγες καὶ τοὺς συκοφάντες, σὰν τοὺς ἄπιστους καὶ τοὺς μοιχούς. Αὐτοὶ μὲ στενοχωροῦν ἐμένα. Ἐσύ, τί κάνεις, Θεέ μου; Γιατί δὲν τοὺς ἀφανίζεις αὐτούς, γιατί δὲν ἐπιβραβεύεις ἐμένα γιὰ ὅλ’ αὐτὰ ποὺ κάνω γιὰ Σένα; Δὲν βλέπεις, Θεέ, πόσο ἁγνὴ εἶναι ἡ καρδιά μου, πόσο ὑγιὴς εἶναι ἡ ψυχή μου;».
.               Πρέπει νὰ ξέρεις πώς, ὅπως λέει ὁ ὅσιος Μάξιμος, «ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ σὲ ἐξαπατήσει, μὰ οὔτε καὶ σὺ Ἐκεῖνον. Ὅλοι κάνουν τὸν σταυρό τους, μὰ δὲν προσεύχονται ὅλοι». Ὁ Φαρισαῖος εἶναι «Ἀβραὰμ ὡς πρὸς τὴ γενειάδα του, μὰ Χὰμ ὡς πρὸς τὰ ἔργα του». Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μιλᾶνε οἱ Φαρισαῖοι. Κι ὁ Θεὸς τοὺς ἀκούει καὶ τοὺς στέλνει πίσω κενούς, ἄδειους. Τοὺς ἁπαντᾶ: «Δὲν ἀναγνωρίζω τὴν περιγραφὴ ποὺ κάνετε στὸν ἑαυτό σας». Στὴν τελικὴ κρίση θὰ τοὺς πεῖ: «Οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Δὲν σᾶς ξέρω. Ὁ Θεὸς δὲν ἀναγνωρίζει τοὺς φίλους Του ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἀλλ’ ἀπὸ τὶς καρδιές τους. Μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ποὺ δὲν ἐκτιμᾶ τὴ συκιὰ ἀπὸ τὰ φύλλα της, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς καρπούς της.

* * *

.               Πῶς θά ᾽πρεπε νὰ προσευχηθεῖ ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς; Ἰδού, πῶς: «Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπάραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ὁ τελώνης ἔστεκε μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο καὶ δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσει πρὸς τὸν οὐρανό, ἀλλὰ χτυποῦσε τὸ στῆθος του κι ἔλεγε: Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΠΗΓΗ:   ΚΛΙΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου