Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΔΙΚΑΙΟ

Μιά ἀπόπειρα ἀντιπαραβολῆς
(Β΄)
A3.  Ὁ Βασιλεύς εἶναι ὁ «ἔµψυχος νόµος» (lex animata),
ὄχι ὁ Τύραννος!
Συνεχίζοντας τήν παρουσίαση πτυχῶν τῆς συγκρότησης τοῦ βυζαντινοῦ κράτους καί ἰδίως σέ σχέση µέ τά ὅρια τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας, σηµειώνουµε καί τό στερεότυπο ρητό ὅτι ὁ βασιλεύς εἶναι ὁ «ἔµψυχος νόµος» (lex animata). Συνήθως, ἡ ἀναφορά αὐτή ἀξιοποιεῖται γιά νά
ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ βασιλεύς µποροῦσε νά τροποποιεῖ τούς νόµους κατά τό δοκοῦν καί ὅτι ἑποµένως εἶχε ἐξουσία αὐθαίρετη. Ὅµως, ἡ φράση αὐτή δέν µπορεῖ νά ἔχει τό νόηµα ὅτι ἀναγνωρίζεται στόν βασιλέα ἀπό-λυτη (:λελυµένη, χωρίς ὅρια) ἐξουσία νά µεταβάλλει τούς νόµους κατά τό δοκοῦν, διότι τότε, ὅπως προεκτέθηκε, θά ἐξέπιπτε σέ «τύραννον». Πρόκειται, µᾶλλον, γιά ρητή πρόνοια γιά τήν προσαρµογή τῶν νόµων ἐν ὄψει τῶν διαρκῶς µεταβαλλόµενων συνθηκῶν, πρόνοια πού λαµβάνεται, ἀπό τήν ἴδια τή λογική τῶν πραγµάτων, σέ κάθε ἐφαρµοσµένο σύστηµα κανόνων δικαίου, ὥστε νά ἐπιτευχθοῦν οἱ σκοποί του. Διότι κάθε γραπτός κανόνας δικαίου, ὅπως αὐτό γίνεται ἀναµφισβήτητα φανερό σέ κάθε ἐφαρµοστή τοῦ δικαίου, εἶναι ἐκ καταβολῆς ἀτελής καί ἄκαµπτος καί γιά τόν λόγο αὐτό εἶναι ἐπιβεβληµένη ἀπό τό «αἴσθηµα δικαίου» ἡ προσαρµογή του µέ τή µέθοδο τῆς ἑρµηνείας στά δεδοµένα τῆς κάθε περίπτωσης, ἑρµηνεία πού ἀναγνωρίζεται ὅτι µπορεῖ νά φθάσει ἀκόµη καί στήν κατάργηση τοῦ νόµου.
Ἀντίστοιχος εἶναι ὁ χαρακτηρισµός τῆς Εὐρωπαϊκῆς Σύµβασης τῶν Δικαιωµάτων τοῦ Ἀνθρώπου ὡς «living instrument», ὡς ζωντανοῦ καί ἄρα ἐξελισσόµενου ὀργάνου, τόν ὁποῖο ἔχει κατ’ἐπανάληψη καί τολµηρά ἐπικαλεστεῖ τό οἰκεῖο Διεθνές Δικαστήριο γιά νά προβεῖ στή λεγόµενη «δηµιουργική» ἤ «δυναµική» (σέ ἀντιδιαστολή πρός τή «στατική») ἑρµηνεία τῶν κανόνων τῆς Σύµβασης. Τό αὐτό συµβαίνει στίς Ἡνωµένες Πολιτεῖες, στίς ὁποῖες τό Ἀνώτατο Δικαστήριο ἔχει προβεῖ σέ «ζωντανές» ἑρµηνεῖες παλαιῶν διατάξεων τοῦ Ἀµερικανικοῦ Συντάγµατος καί ἔχει προκαλέσει συζητήσεις καί ἀντιπαραθέσεις σχετικά µέ τήν ἔννοια καί τά ὅρια τοῦ «living constitution» (τοῦ «ζωντανοῦ Συντάγµατος»). Ὁ ρήτορας Θεµίστιος διευκρινίζει τήν ἰδέα αὐτή ὡς ἑξῆς: «ἄλλη µέν δικαστοῦ, ἄλλη δέ βασιλέως ἀρετή, καί τῷ µέν προσήκει ἔπεσθαι τοῖς νόµοις, τῷ δέ ἐπανορθοῦν καί τούς νόµους καί τό ἀπηνές αὐτῶν καί ἀµείλικτον παραδεικνῦναι, ἄτε νόµῳ ἐµψύχῳ ὄντι καί οὐκ ἐν γράµµασιν ἀµεταθέτοις καί ἀσαλεύτοις. Διά τοῦτο γάρ, ὡς ἔοικε, βασιλείαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κατέπεµψεν εἰς τήν γῆν ὁ Θεός, ὅπως ἄν εἴη καταφυγή τῶν ἀνθρώπων ὑπό τοῦ νόµου τοῦ ἀκινήτου ἐπί τόν ἔµπνουν καί ζῶντα».
Παραθέτουµε καί ἄλλα ἀποσπάσµατα πού ἔχουν τό ἴδιο ἤ παρεµφερές νόηµα:
Ἰουστινιανοῦ  CJ I.14, 4-a 429:
«Ἀπό τό κῦρος τοῦ νόµου ἐξαρτᾶται τό δικό µας κῦρος. Καί ἀληθινά ἀνώτερο ἀπό τήν ἐξουσία εἶναι νά ὑπόκεινται οἱ ἡγεµόνες στούς νόµους»
Νεαρά 38 τοῦ Ἀνδρονίκου Β’ Παλαιολόγου:
«Τῆς καθ’ ἡµᾶς ἀρχῆς καί βασιλείας προΐστηµι δικαιοσύνην».
Νεαρά 42 τοῦ Ἀνδρονίκου Β’ Παλαιολόγου:
«Ἐπεί ἡ βασιλεία µου πολύν τινά τόν ἔρωτα περί τό δίκαιον ἔχουσα καί περί πλείστου ποιουµένη δικαιοσύνην ἐν ἅπασι πολιτεύεσθαι τοῖς ὑπ’αὐτήν»
–Νεαρά Μανουήλ Κοµνηνοῦ:
«…Διορίζεται γάρ διά τῆς παρούσης χρυσοβούλλου γραφῆς, ἵνα εἴ τι δι’ ὅλου τοῦ καιροῦ τῆς αὐτοκρατορίας ἡµῶν ἐγγράφως ἤ ἀγράφως ὡρίσθη παρά τῆς βασιλείας µου ἐναντίον τῷ δικαίῳ καί τῇ τῶν νόµων εὐθύτητι, ἄκυρον τοῦτο διαµείνῃ καί τό ἄπρακτον ἕξῃ παντάπασιν… Τοῦ παρόντος χρυσοβούλλου λόγου τῆς βασιλείας µου µετά τό ἐγκαταστρωθῆναι πᾶσι τοῖς τοῦ δηµοσίου ἀρχείοις ἀποτεθῆναι ὀφείλοντος τῷ εὐαγεῖ σεκρέτῳ τοῦ χαρτοφυλακείου τῆς ἁγιωτάτης µεγάλης ἐκκλησίας εἰς ἐπικουρίαν κοινήν καί ἐπίθαλψιν ὡς βεβαίου καί ἀσφαλοῦς τυγχάνοντος…».
Τό ἐν λόγῳ κείµενο παρέχει ἕνα παράδειγµα «αὐτοδέσµευσης τῆς κρατικῆς ἐξουσίας» καί τῆς συναφοῦς ταξινόµησης τῶν κανόνων δικαίου σέ ἐπίπεδα διαβαθµισµένης ἰσχύος, χαρακτηριστικά κοινοτήτων πού συντάσσονται σέ κράτος µέ τήν ἄσκηση τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας. Γιά παράδειγµα, τό Ἑλληνικό Σύνταγµα, πού (σηµειώνουµε ὅτι στό θέµα αὐτό ἁπλουστεύουµε τήν ἔκθεση τῶν ρυθµίσεων) θεσπίστηκε ἀπό τήν (Συντακτική) Βουλή, περιέχει «αὐστηρούς» (δηλ. ἄκαµπτους)  κανόνες δικαίου, οἱ ὁποῖοι (αὐτό)δεσµεύουν τά κρατικά ὄργανα, ἄρα καί τήν (συνήθη, µή συντακτική) Βουλή, σχετικά µέ τήν ἄσκηση τῆς κρατικῆς ἐξουσίας καί εἰδικότερα τῆς νοµοθετικῆς της ἁρµοδιότητας, δυνάµει τῆς ὁποίας δέν µπορεῖ νά ἀναθεωρήσει κάποιες ἀπό τίς ὑπέρτερες διατάξεις τοῦ Συντάγµατος, παρά µόνο ὑπό συγκεκριµένες προϋποθέσεις, ἐνῶ τίς θεµελιωδέστερες ἐξ αὐτῶν δέν µπορεῖ σέ καµιά περίπτωση νά τροποποιήσει, ἐκτός ἄν καταλυθεῖ τό Σύνταγµα. Σύγχρονο ἀνάλογο εἶναι τό ἄρθρο 110 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγµατος: «1. Οἱ διατάξεις τοῦ Συντάγµατος ὑπόκεινται σέ ἀναθεώρηση, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνες πού καθορίζουν τή βάση καί τή µορφή τοῦ πολιτεύµατος, ὡς Προεδρευόµενης Κοινοβουλευτικῆς Δηµοκρατίας, καθώς καί ἀπό τίς διατάξεις τῶν ἄρθρων 2 παράγραφος 1, 4 παράγραφοι 1, 4 καί 7, 5 παράγραφοι 1 καί 3, 13 παράγραφος 1 καί 26…»). Ἐπισηµαίνεται ἀκόµη ἡ µέριµνα πρός δηµοσίευση τοῦ κανόνα αὐτοῦ καί γιά διαφύλαξή του µέ τρόπο βέβαιο καί ἀσφαλῆ.
Ἰουστινιανοῦ  Νεαρά 78 (Πρόβλεψη περί µή ἀναδροµικότητας νόµου):
«…Κρατήσει δέ ὁ νόµος ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἅπασι καί τοῖς µετ’ αὐτόν ἀποβαίνουσι θέµασι. Τό γάρ φθάσαν οὐ περιεργαζόµεθα».
Ὁρίζεται ὅτι ἡ θεσπιζόµενη µέ τήν ἀνωτέρῳ Νεαρά διάταξη δέν θά ἔχει ἀναδροµική ἰσχύ, δέν θά καταλαµβάνει, δηλαδή, αὐτά πού ἤδη συνέβησαν («τό φθάσαν»), ἀλλά µόνο τίς πράξεις καί γενικότερα τίς συµπεριφορές πού θά λάβουν χώρα, ἀφοῦ τεθεῖ σέ ἰσχύ ὁ νόµος. Τοῦτο διότι διαφορετικά, ἐάν δηλαδή ἐπιτρεπόταν οἱ πράξεις τῶν πολιτῶν νά κρίνονται µέ τήν ἐπίκληση νόµων πού δέν εἶχαν ἀκόµη τεθεῖ σέ ἰσχύ, θά ἀνοιγόταν εὐρύ πεδίο αὐθαιρεσίας στήν κρατική ἐξουσία, ἡ ὁποία θά µποροῦσε νά χαρακτηρίζει ἐκ τῶν ὑστέρων ὡς τιµωρητέα µιά πράξη, ἡ ὁποία ὅµως, ὅταν διαπραττόταν, ἦταν ἐπιτρεπτή. Ἑποµένως, ἡ καθιέρωση τῆς µή ἀναδροµῆς καί µάλιστα τῶν ποινικῶν νόµων, συνιστᾶ µιά θεµελιώδη ἀρχή τῆς δικαιοσύνης. Κατά δέ τό Ἑλληνικό Σύνταγµα ἡ ἀναδροµικότητα τοῦ νόµου δέν ἀπαγορεύεται γενικῶς ἐκτός ἀπό κάποιες ἐξαιρέσεις, ὅπως ὅταν πρόκειται γιά ἀναδροµική ἐπιβολή φόρων (ἄρθρο 78) ἤ ποινῆς (ἄρθρο 7) ἤ ὅταν ἡ ἀναδροµικότητα ἐνδεχοµένως προσκρούει στήν ἀσφάλεια τοῦ δικαίου ἤ στήν ἀρχή τῆς προστατευόµενης ἐµπιστοσύνης.
Ἰουστινιανοῦ Νεαρά 115 (πρόβλεψη περί µή ἐπέµβασης τῆς νοµοθετικῆς ἐξουσίας στίς ἀποφάσεις τῆς δικαστικῆς):
«…Ἅπαντα δέ ταῦτα κρατεῖν θεσπίζοµεν ἐπί ταῖς ὑποθέσεσιν ἁπάσαις, ὅσαι µήπῳ δικαστικῇ ψήφῳ ἤ φιλικῇ συµβάσει τό πέρας ἔλαβον...».
Στό πλαίσιο τῆς συνταγµατικῆς ἀρχῆς τῆς διάκρισης τῶν κρατικῶν λειτουργιῶν, πού συνιστᾶ στοιχεῖο θεµελιῶδες τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτεύµατος γίνεται σήµερα δεκτό ὅτι ἡ νοµοθετική ἤ ἡ ἐκτελεστική λειτουργία δέν ἐπιτρέπεται νά µετάρρυθµίζουν, ὅσα ἤδη ἔχουν τελειωτικά ρυθµισθεῖ µέ δικαστική ἀπόφαση. Μέ τόν τρόπο αὐτό καθιερώνεται ὁ σεβασµός τῶν ἀποφάσεων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, πού δέν ἐπιτρέπεται νά ἀνατρέπονται ἤ νά µεταβάλλονται ἀπό τήν νοµοθετική ἤ τήν ἐκτελεστική ἐξουσία. Διαφορετικά, ἡ δικαστική προστασία θά ἐκφυλιζόταν σέ κενό καί προσχηµατικό γράµµα καί θά ἔχανε κάθε δραστικότητα, ἐνῶ θά ἀπέβαιναν παντοδύναµες ἡ ἐκτελεστική καί ἡ νοµοθετική ἐξουσία, ἀνατρέποντας τήν ἰσορροπία µεταξύ τῶν κρατικῶν λειτουργιῶν, ἡ ὁποία ἀποβλέπει στόν ἀµοιβαῖο περιορισµό τους. Ἡ ἐν λόγῳ Νεαρά εἶναι ἀξιοπρόσεκτη, διότι δίνει πραγµατικό περιεχόµενο στήν δικαστική ἐξουσία προλαµβάνοντας µεθοδεύσεις, οἱ ὁποῖες, σηµειωτέον ἔχουν ἀπασχολήσει ἀκόµα καί σήµερα τό Εὐρωπαϊκό Δικαστήριο τῶν Ἀνθρωπίνων Δικαιωµάτων. Ἡ διάταξη αὐτή εἰσάγει καί στό ἑπόµενο κεφάλαιο πού ἀφορᾶ τή σχέση τοῦ Αὐτοκράτορα καί τῶν δικαστῶν.
Α4. Ὁ Αὐτοκράτορας καί οἱ δικαστές,
ἀνεξαρτησία τῶν δικαστῶν:

–Ἰουστινιάνειος Κώδικας, Βασιλικά:
«Ὁ δικαστής ὁ κρίνας παρά τάς διατάξεις, οὔχ ὑπόκειται τῷ περί καθοσιώσεως ἐγκλήµατι».
Ἀντίστοιχο εἶναι τό ἄρθρο 87 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγµατος: «..2. Οἱ δικαστές κατά τήν ἄσκηση τῶν καθηκόντων τους ὑπόκεινται µόνο στό Σύνταγµα καί στούς νόµους καί σέ καµία περίπτωση δέν ὑποχρεοῦνται νά συµµορφώνονται µέ διατάξεις πού ἔχουν τεθεῖ κατά κατάλυση τοῦ Συντάγµατος». Σύµφωνα µέ µιά πληρέστερη καί οὐσιαστικότερη ἔννοια τῆς ἀρχῆς τοῦ «κράτους δικαίου», κατά τήν ὁποία δέν ἀξιολογοῦνται οἱ «τυπικές» ἁπλῶς προδιαγραφές τῶν νόµων, ἤτοι τό ὅτι ἄν εἶναι σαφεῖς καί προϋπάρχοντες, ἀλλά ἐκτιµᾶται καί τό περιεχόµενό τους, τό κράτος δικαίου ἐπιτάσσει ἐπιπλέον τήν τήρηση τῆς ἀρχῆς τῆς διάκρισης τῶν κρατικῶν λειτουργιῶν, τήν κατοχύρωση τῶν θεµελιωδῶν δικαιωµάτων καί τόν δικαστικό ἔλεγχο τῆς συνταγµατικότητας τῶν νόµων καί τῆς διοικητικῆς δράσης. Ἡ δέ προπαρατεθεῖσα ρύθµιση ἀποβλέπει στήν κατοχύρωση τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας ἔναντι τοῦ βασιλέως, ὁρίζοντας ὅτι δέν τιµωρεῖται ὁ δικαστής ἐκεῖνος πού θά «κρίνει» (:θά ἐκδώσει ἀπόφαση), µήν τηρῶντας τίς διατάξεις τοῦ κράτους, προφανῶς ἐπειδή θά τίς εἶχε θεωρήσει ἄδικες ἤ ἀνεπιεικεῖς γιά τήν ὑπόθεση πού ἐκδίκασε. Πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι ἡ πρόβλεψη δικαστικοῦ ἐλέγχου συνταγµατικότητας τῶν νόµων συντελεῖ στήν «ἀποκέντρωση» καί ἄρα τήν ἐξισορρόπηση (ἀρχή «checks and balances») τῆς κρατικῆς ἰσχύος (ἀντίστοιχη εἶναι ἡ σηµερινή πρόβλεψη περί «διάχυτου» δικαστικοῦ ἐλέγχου) καί τελικῶς ἐπιδιώκει νά διασφαλίσει τά δικαιώµατα τῶν πολιτῶν ὡς τό οὐσιαστικότερο µέσο γιά τήν προστασία ἀπό τήν ἐνδεχόµενη κρατική αὐθαιρεσία.
Ὅµως, πρέπει νά προσεχθεῖ ἰδιαιτέρως ὅτι στό Βυζάντιο ἔχουµε καί µιά ἄλλου εἴδους, πρωτότυπη, διάκριση ἐξουσιῶν, ἤτοι ἐκείνη ἀνάµεσα σέ «Βασιλεία» καί «Ἱερωσύνη». Ἴσως δέ ἡ δυαδική αὐτή ἐξουσία νά συνιστᾶ ἕνα ἰδιαίτερο, ἄν καί ἐλάχιστα µελετηµένο, ἀντίδοτο κατά τοῦ ὁλοκληρωτισµοῦ, πιό δραστικό µάλιστα ἀπό τήν κλασική διάκριση τῶν ἐξουσιῶν. Διότι στό βυζαντινό κράτος ἡ «ἀρχή» πού ἔχει ρητά τήν ἁρµοδιότητα νά ἑρµηνεύει δεσµευτικά τίς ἐπιταγές τοῦ «Ἀπολύτου» καί µέ τόν τρόπο αὐτό νά «νοµιµοποιεῖ» τό κράτος, ὡς ἄλλος «ἰδεολογικός µηχανισµός», ἄν καί εὑρίσκεται «ἐν τῷ κόσµῳ τούτῳ», δέν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσµου τούτου» καί «οὐκ ἔχει ᾧδε µένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν µέλλουσαν ἐπιζητεῖ». Ἀπαγορεύεται δέ ρητά καί κατηγορηµατικά ἡ συγκέντρωση στό ἴδιο πρόσωπο τῆς ἱερωσύνης καί τῆς βασιλείας, ἤ µέ µαρξιστικούς ὅρους ἡ ἀνάληψη τοῦ χειρισµοῦ τοῦ ἰδεολογικοῦ καί τοῦ καταναγκαστικοῦ µηχανισµοῦ τοῦ κράτους (τῆς «πειθοῦς» καί τῆς «βίας») ἀπό τό ἴδιο πρόσωπο, ἐνδεχόµενο πού χαρακτηρίζεται ὡς «µεῖξις ἄµεικτος καί τέρας ἀλλόκοτον». Μέ τή διαρρύθµιση αὐτή, πού διακρίνει, χωρίς νά διαιρεῖ, τό «ἱερό» καί τή «βία» ἀποκλείεται ἐκ προοιµίου τό ἐνδεχόµενο τῆς «ὁλοκλήρωσης» τοῦ κράτους ἐντός του, ὡς τελικοῦ ἐπίγειου σκοποῦ καί αἰώνιας πόλης («urbs aeterna») καί, γιά νά χρησιµοποιήσουµε ἱστορικά παραδείγµατα, καθίστανται ἀδιανόητες ἡ θεοποίηση τοῦ Ρωµαίου Καίσαρα πού ἀξιώνει καί τελεῖ θυσίες ὡς «dominus et deus» (Κύριος καί Θεός) καί ὡς «pontifex maximus» (µέγιστος ἀρχιερεύς), ὅπως ἐπίσης οἱ χιλιαστικές ἤ παγανιστικές ἰδεολογίες τοῦ  τύπου τοῦ Γ’ Ράιχ καί ἡ λατρεία πολιτικῶν «Μεσσιῶν» πού ἐµφανίσθηκαν τόν προηγούµενο αἰῶνα. Ἀλλά καί ὁ Σταυρός, τό πολεµικό ἔµβληµα τῶν Βυζαντινῶν, τί ἄλλο διακηρύσσει, ἄν ὄχι ὅτι τό θύµα εἶναι ἀθῶο καί ἔχει δίκαιο καί ὅτι ὁ θυµατοποιητικός µηχανισµός τοῦ ἄρχοντος τοῦ κόσµου τούτου ἔχει ἄδικο; Ὑπάρχει, ἄραγε, κάποιο κρατικό σύµβολο περισσότερο «ἀντιεξουσιαστικό» ἀπό τόν Σταυρό;
Βλ. ἐπίσης: Ἰουστιανιανοῦ πρός Δηµοσθένη Ἔπαρχον Πραιτωρίων: «Κανείς δικαστής ἤ διαιτητής δέν πρέπει νά νοµίζει ὅτι ὀφείλει νά ἀκολουθεῖ τίς µή ὀρθές ἀποφάσεις τῶν ἐξοχωτάτων ἐπάρχων ἤ ἄλλων ἐξάρχων (διότι µιά ἐσφαλµένη ἀπόφαση δέν πρέπει νά ὁδηγεῖ σέ ἐλάττωση τῆς ἐξουσίας τῶν δικαστῶν, πού ὀφείλουν νά κρίνουν κατά τούς νόµους καί ὄχι κατά τά προηγούµενα ὑποδείγµατα), οὔτε τίς διαγνωστικές ἀποφάσεις τῆς ὑψηλοτάτης ἐπαρχίας ἤ ἄλλου µεγίστου ἄρχοντος. Ἀλλά θεσπίζουµε οἱ δικαστές µας νά ἀκολουθοῦν τήν ἀλήθεια καί τά ἴχνη τῶν νόµων καί τῆς δικαιοσύνης».
Σηµειωτέον ἀκόµη ὅτι ὁ Ἀνδρόνικος Β’ κατά τόν διορισµό ἑνός δικαστικοῦ σώµατος γιά τήν πάταξη τῆς διαφθορᾶς διαβεβαίωσε µέ ὅρκο καί µέ ἐπίσηµο ἔγγραφο τούς δικαστές ὅτι ἔχουν τό δικαίωµα νά ἐλέγχουν καί τόν ἴδιο καί, ἄν ἔτσι δέν πετύχουν τίποτα, νά ἐκφράζουν δηµόσια τίς κατηγορίες τους (βλ «Βυζαντινή Χιλιετία» τοῦ Hans-Georg Beck, ἔκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., σελ.61).
Νοµοµαθής
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 172
Δεκέμβριος2016

ΠΗΓΗ:   ΚΛΙΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου