Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΜΑΚΑΡΙΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΧΗΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ
Το αληθινό γεγονός που καταγράφουμε έγινε γύρω στο 1940, πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ένας ιερεύς ο παπα-Θεόδωρος κλήθηκε για να κοινωνήσει δύο χριστιανούς ετοιμοθανάτους. Έναν πλούσιο, σκληρό και φιλάργυρο και μια ενάρετη χήρα, που μεγάλωσε μόνη της, με τιμιότητα και σωφροσύνη, σκληρό αγώνα και φτώχεια πολλή,

εκείνα τα χρόνια, οχτώ παιδιά!!!
Ο παπα-Θεόδωρος πήρε μαζί τον διάκονό του, τον πατέρα Λαυρέντιο. Μπροστά ο νεωκόρος, στο πλάϊ ο διάκονος και ο ιερεύς με το άγιο Ποτήριο, ασκεπής και με τον Αέρα στους ωμούς, (όπως εσυνηθίζετο τότε), επήγαν πρώτα στο σπίτι  του πλουσίου, αλλά αυτός ούτε καν ήθελε να ακούσει για Θεία Κοινωνία! Μόνο φώναζε:
-Δεν είμαι εγώ για θάνατο!
Έγινε ένας διάλογος, όσο ήτο δυνατόν, μεταξύ του ιερέως και του αρρώστου, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος, δεν ήθελε να κοινωνήσει.
Λέει τότε ο διάκονος:
-Πάτερ Θεόδωρε, μου δίνετε, σας παρακαλώ το άγιο Ποτήριο, να πάω να κοινωνήσω την ετοιμοθάνατη κυρία Μαρία και εσείς να συζητήσετε με τον ασθενή μέχρι να γυρίσω! Και, εάν έχει πεισθεί, να τον κοινωνήσουμε μετά;
-Να πας παιδί μου, με τις ευχές μου.
Ο νεωκόρος μπροστά με το λαδοφάναρο και πίσω ο διάκονος με την Θεία Κοινωνία έφθασαν σε ένα φτωχικό σπιτάκι. Μπαίνουν μέσα και βλέπουν γύρω από το κρεβάτι της κυρα-Μαρίας να παρευρίσκονται τα παιδιά, τα εγγόνια, οι λοιποί συγγενείς της και όλοι να κλαίνε για την υπέροχη αυτή μητέρα, γιαγιά και συγγενή.
Μόλις προχώρησε λίγο ο διάκονος, έμεινε ακίνητος! Τι είδε; Ανείπωτο θέαμα! Περικυκλωμένη δεν ήταν μόνο από ανθρώπους η αγιασμένη αυτή ψυχούλα, αλλά και από δεκάδες Αγγέλους και Αρχαγγέλους, που συνωστίζονταν μέσα στο δωμάτιο ποιος θα πρωτοχαϊδέψει και ποιος θα πρωτοαπαλύνει και θα πρωτοσφουγγίσει τον ιδρώτα αυτής της υπερευλογημένης μάνας!
Και δεν ήταν μόνο αυτό!!!Ακριβώς πάνω από το κεφαλάκι της, στο προσκεφάλι της δηλαδή, ήταν η Υπεραγία Θεοτόκος, η οποία με ένα θεοΰφαντο μαντήλι της σκούπιζε τον ιδρώτα του πυρετού από το μέτωπό της. Τα δε χείλη της ετοιμοθάνατης ψιθύριζαν: «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε».
Και – ω του θαύματος- όλοι οι Άγγελοι πέφτουν «μπρούμυτα» και προσκυνούν το εισερχόμενο πανάγιο Ποτήρι που είχε μέσα το Τίμιο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου! Όλες οι αγγελικές Δυνάμεις!
Και η Υπεραγία Θεοτόκος, κατά έναν ακατάληπτο τρόπο, ασπάζεται το άγιο Ποτήριο και οδηγεί τον διάκονο να κοινωνήσει την ετοιμοθάνατη.
Μετά τη Θεία Κοινωνία οι Άγγελοι παίρνουν, την ψυχή αυτής της ευλογημένης μάνας, την παραδίδουν στα χέρια της Παναγίας και όλοι μαζί ανέρχονται στον Ουρανό.
Άστραψε ο τόπος, μοσχοβόλησε το δωμάτιο και ο διάκονος με φόβο και χαρά απερίγραπτη και αγαλλίαση φεύγει… και επιστρέφει στο σπίτι του πλουσίου… Μπαίνει μέσα και τον καταλαμβάνει ρίγος! Γιατί γύρω από το κρεβάτι, του φιλάργυρου αυτού ανθρώπου, βρίσκονταν εκατοντάδες δαίμονες, οι οποίοι με τρίαινες φοβερές κατατρυπούσαν το σώμα του σε διάφορα σημεία: στα γόνατα, στα πόδια, στα χέρια, στις παλάμες, στην κοιλιά, στο λάρυγγα, στα μάτια, στο κεφάλι… Με όσα μέλη αμάρτησε, πάνω σ’ αυτά τρυπούσαν οι δαίμονες. Ούρλιαζε, φώναζε ο ταλαίπωρος πλούσιος.
Παραδίδει το άγιο Ποτήριο τρέμοντας, στα χέρια του ιερέως, ο διάκονος, και από τον τρόμο του λιποθυμά…
Ο ιερεύς εις μάτην προσπαθούσε να πείσει τον πλούσιο να «ετοιμαστεί» για το τέλος! Αυτός τίποτα! Πέθανε τελικά χωρίς Θεία Κοινωνία και χωρίς Εξομολόγηση.


Από το βιβλίο: «Γνώσις και βίωμα της Ορθοδόξου Πίστεως» 

του Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ.Αναγνωστοπούλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου