Κυριακή 4 Μαΐου 2014

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ-1 «Ὅλα τὰ προληπτικὰ μέτρα ποὺ ἔλαβαν οἱ Ἰουδαῖοι, γιὰ νὰ πνίξουν τὴν ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ βοήθησαν γιὰ νὰ τὴν καταδείξουν». (Ἅγ. Νικόλ. Βελιμίροβιτς)


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
 (τοῦ Θωμᾶ)(Μάρκ. ιε´ 43-47, ιϛ´1-8)[Α´ Μέρος] 

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο«Ἀναστάσεως ἡμέρα», Ἀθῆναι 2011,
μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 64 ἑξ.

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΡΟ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ 

.             Τὸ εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων ἀναφέρεται στὴ φροντίδα ποὺ ἔδειξαν γιὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἀθάνατου οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες ποὺ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ τοὺς ἔδωσε ζωή.
.             Τότε «ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὡς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθεν πρὸς Πιλάτον καὶ ἠτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ» (Μάρκ. ιε´ 43). Ὑπῆρχε κι ἄλλος ἕνας μεγάλος ἄνδρας ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία στὸ ὄρος Ἐφραίμ. Αὐτὸς ἦταν ὁ προφήτης Σαμουήλ. Ὁ Ἰωσὴφ ἀναφέρεται κι ἀπὸ τοὺς τέσσερις εὐαγγελιστές, κυρίως σὲ ὅσα σχετίζονται μὲ τὴν ταφὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ὁ Ἰωάννης τὸν ἀποκαλεῖ κρυφὸ μαθητὴ τοῦ Ἰησοῦ (ιθ´ 38). Ὁ Λουκᾶς τὸν ὀνομάζει ἄνδρα «ἀγαθὸ καὶ δίκαιο» (κγ´ 50), ὁ Ματθαῖος πλούσιο (κζ´ 57). Ὁ εὐαγγελιστὴς δὲν ὀνομάζει πλούσιο τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ ματαιότητα, γιὰ νὰ δείξει πὼς ὁ Κύριος ἀνάμεσα στοὺς μαθητές Του εἶχε καὶ πλούσιους, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταλάβουμε πὼς μποροῦσε ἐκεῖνος νὰ πάρει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο. Ἕνας φτωχὸς καὶ ἄσημος ἄνθρωπος δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ πλησιάσει τὸν Πιλάτο, ἐκπρόσωπο τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.
.             Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν πλούσιος ψυχικά. Εἶχε φόβο Θεοῦ κι ἀνέμενε κι αὐτὸς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα πνευματικά του χαρίσματα, ὁ Ἰωσὴφ ἦταν καὶ πλούσιος, ἄνθρωπος ἐπιρροῆς. Ὁ Μάρκος κι ὁ Λουκᾶς τὸν ὀνομάζουν βουλευτή. Ἦταν κι αὐτός, ὅπως κι ὁ Νικόδημος, ἕνας ἀπὸ τοὺς πρεσβύτερους τοῦ λαοῦ. Ὅπως κι ὁ Νικόδημος ἐπίσης, ἦταν κι αὐτὸς θαυμαστὴς καὶ κρυφὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Μπορεῖ οἱ δύο αὐτοὶ ἄνδρες νὰ ἦταν κρυφοὶ ὀπαδοὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἕτοιμοι ὅμως νὰ ἐκτεθοῦν στὸν κίνδυνο καὶ νὰ σταθοῦν κοντά Του. Ὁ Νικόδημος κάποτε ρώτησε κατὰ πρόσωπο τοὺς πικρόχολους Ἰουδαίους ἄρχοντες, ὅταν ἀναζητοῦσαν νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστό: «Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῶ τί ποιεῖ;» (Ἰωάν. ζ´ 51).
.             Ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας Ἰωσὴφ μπῆκε σὲ μεγαλύτερο κίνδυνο, ὅταν ἀποφάσισε νὰ πάρει τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, τὴν ὥρα ποὺ οἱ στενοὶ μαθητές Του εἶχαν διασκορπιστεῖ, γιατί οἱ Ἰουδαῖοι λύκοι ποὺ δολοφόνησαν τὸν ποιμένα, ἦταν ἕτοιμοι ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ ἐπιπέσουν καὶ στὸ ποίμνιο. Τὸ ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ἐπικίνδυνο, τὸ ἐπισημαίνει ὁ εὐαγγελιστὴς μὲ τὴ λέξη «τολμήσας». Ἤθελε τότε κάτι παραπάνω ἀπὸ θάρρος. Ἤθελε τόλμη τὸ νὰ παρουσιαστεῖ στὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ Καίσαρα καὶ νὰ ζητήσει τὸ σῶμα τοῦ σταυρωμένου «κακούργου». Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως, μὲ τὴν μεγαλωσύνη τῆς ψυχῆς του, ἀπέβαλε τὸν φόβο του κι ἀπέδειξε πὼς ἦταν πραγματικὸς μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
.             «Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσὴφ» (Μάρκ. ιε´ 44-45). Ὁ Πιλάτος ἦταν καχύποπτος καὶ ἐπιφυλακτικός. Ἦταν ἀπὸ τοὺς κυβερνῆτες ποὺ ἀσκοῦν τὴν ἐξουσία τους μὲ βία, ὅπως μὲ βία τὴν εἶχε ἀποσπάσει ἀπὸ ἄλλους. Δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει οὔτε λέξη ἀκόμα κι ἀπὸ εὐγενεῖς ἀνθρώπους, ὅπως ὁ Ἰωσήφ. Ἴσως δυσκολευόταν πραγματικὰ νὰ πιστέψει πὼς Ἐκεῖνος, ποὺ μόλις τὸ προηγούμενο βράδυ εἶχε καταδικάσει σὲ σταυρικὸ θάνατο, εἶχε ἤδη παραδώσει τὴν τελευταία του πνοὴ στὸν σταυρό. Ὁ Πιλᾶτος ἀποδείχθηκε πὼς ἦταν ἕνας γνήσιος ἀντιπρόσωπος τῆς ρωμαϊκῆς τυπολατρείας. Ἦταν πολὺ πιὸ πρόθυμος νὰ πιστέψει τὸν κεντυρίωνα, ποὺ τὸν εἶχε ἐπιφορτίσει μὲ τὸ καθῆκον νὰ φρουρήσει τὸν Γολγοθά, παρὰ ἕνα ἐξέχοντα πρεσβύτερο τοῦ λαοῦ. Μόνο ὅταν ὁ κεντυρίων ἐπιβεβαίωσε «ἐπίσημα» τὴν ἀναφορὰ τοῦ Ἰωσήφ, θέλησε ὁ Πιλάτος νὰ ἱκανοποιήσει τὸ αἴτημά του.
.               «Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ. ιε´ 46-47). Ἄλλος εὐαγγελιστὴς λέει πὼς αὐτὸς ὁ τάφος ἦταν τοῦ Ἰωσήφ· «καὶ ἔθηκεν αὐτὸν ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ» (Ματθ. κζ´ 60) – «ἐν ᾧ οὐδεὶς ἀνθρώπων ἐτέθη» (Ἰωάν. ιθ´ 41). Ὅταν σταυρώνουμε τὸν νοῦ μας γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἐνταφιάζουμε σὲ μία ἀναγεννημένη καρδιά, σὰν σὲ τάφο, τότε ὁ νοῦς μας θὰ ἀναζωογονηθεῖ καὶ θ’ ἀναγεννηθεῖ ὁλόκληρος ὁ ἐσωτερικός μας ἄνθρωπος. Ἕνας νέος τάφος, σφραγισμένος. Μία μεγάλη πέτρα στὴν εἴσοδο τοῦ τάφου κι ἕνας φύλακας νὰ φρουρεῖ μπροστὰ στὸν τάφο. Τί σημαίνουν ὅλ’ αὐτά; Ὅλα τους ἦταν προληπτικὰ μέτρα, παρμένα μὲ τὴ σοφία τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, θὰ σφραγίζονταν κι ὅλα τὰ στόματα ἐκείνων ποὺ θὰ τολμοῦσαν νὰ ἰσχυριστοῦν πὼς ὁ Χριστὸς εἴτε δὲν πέθανε εἴτε δὲν ἀναστήθηκε εἴτε ὅτι ἔκλεψαν τὸ σῶμα Του. Ἂν ὁ Ἰωσὴφ δὲν εἶχε ζητήσει τὸ σῶμα Του ἀπὸ τὸν Πιλάτο· ἂν ὁ κεντυρίων δὲν εἶχε δώσει ἐπίσημη διαβεβαίωση γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ· ἂν τὸ σῶμα δὲν εἶχε ἐνταφιαστεῖ καὶ σφραγιστεῖ μὲ τὴν παρουσία φίλων καὶ ἐχθρῶν τοῦ Χριστοῦ, ἴσως νὰ ἰσχυρίζονταν πολλοὶ πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε πεθάνει πραγματικά, ἀλλὰ εἶχε πέσει σὲ κῶμα καὶ μετὰ ἀνέκτησε τὶς αἰσθήσεις του. Κάτι τέτοιο ὑποστήριξαν τελευταία ὁ Σλαϊερμάχερ καὶ κάποιοι προτεστάντες. Ἂν ὁ τάφος δὲν εἶχε σφραγιστεῖ μ’ ἕναν ὀγκόλιθο κι ἂν δὲν τὸν φύλαγαν φρουροί, ἴσως παραδέχονταν πὼς ὁ Χριστὸς πέθανε κι ἐνταφιάστηκε, ἀλλὰ οἱ μαθητές του ἔκλεψαν τὸ σῶμα του ἀπὸ τὸν τάφο. Ἂν δὲν ἦταν καινούργιος ὁ τάφος, ἴσως νὰ ὑποστήριζαν πὼς δὲν ἦταν ὁ Χριστὸς αὐτὸς ποὺ ἀναστήθηκε ἀλλὰ κάποιος ἄλλος νεκρός, ποὺ εἶχε ταφεῖ ἐκεῖ παλιότερα. Ἔτσι ὅλα τὰ προληπτικὰ μέτρα ποὺ πῆραν οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ νὰ πνίξουν τὴν ἀλήθεια, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ βοήθησαν γιὰ νὰ τὴν καταδείξουν.
.                 Ὁ Ἰωσὴφ πῆρε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, «ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ» (Ματθ. κζ´ 59) καὶ τὸ ἀπέθεσε στὸν τάφο. Ἂν θέλουμε ν’ ἀναστηθεῖ μέσα μας ὁ Κύριος, πρέπει νὰ τὸν διατηροῦμε μέσα στὸ καθαρὸ καὶ ἁγνὸ σῶμα μας. Τὸ καθαρὸ σεντόνι ὑποδηλώνει τὸ καθαρὸ σῶμα. Τὸ σῶμα, ποὺ ἔχουν μολύνει οἱ κακίες καὶ τὰ πάθη, δὲν εἶναι κατάλληλος τόπος γιὰ ν’ ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν καὶ νὰ ζήσει ὁ Κύριος. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης συμπληρώνει τὴν εἰκόνα ποὺ δίνουν οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, λέγοντας πὼς στὴν ταφὴ τοῦ Χριστοῦ ἦρθε καὶ ὁ Νικόδημος «φέρων μίγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν, ἔλαβον οὖν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔδησαν αὐτὸ ἐν ὀθονίοις μετὰ τῶν ἀρωμάτων, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐνταφιάζειν» (Ἰωάν. ιθ´ 39-40).
.                 Εὐλογημένοι ἄνθρωποι! Πῆραν τὸ πανάγιο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ μὲ τόλμη, στοργὴ καὶ ἀγάπη καὶ τὸ ἀπέθεσαν στὸ μνημεῖο. Τί ὑπέροχο παράδειγμα εἶναι αὐτὸ σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὸν Κύριο! Καὶ τί φοβερὸ κατηγορητήριο γιὰ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς λαϊκοὺς ποὺ ντρέπονται τὸν κόσμο καὶ πλησιάζουν τὸ ἅγιο ποτήριο ἀπρόσεκτα, ἀδιάφορα καὶ χωρὶς ἀγάπη, γιὰ νὰ κοινωνήσουν τὰ ζωοποιὰ τίμια δῶρα, τὸ πάντιμο σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ ἀναστημένου Κυρίου!
.                 Ὁ Ἰωσὴφ κι ὁ Νικόδημος δὲν ἦταν μόνο φίλοι τοῦ Χριστοῦ, ποὺ διαπίστωσαν μὲ τὰ μάτια τους πὼς ὁ Ἰησοῦς πέθανε κι ἐνταφιάστηκε. Ἡ μέριμνα γιὰ τὸν νεκρὸ Κύριο ἦταν πράξη ἀγάπης γιὰ τὸν ἀγαπημένο τους Φίλο καὶ Διδάσκαλο, ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπιστικὸ καθῆκον πρὸς Ἐκεῖνον ποὺ εἶχε ὑποφέρει γιὰ χάρη τῆς δικαιοσύνης.
.                 Μὲ θέα τὸν τάφο ὅμως βρίσκονταν καὶ δυό ἀκόμα ψυχὲς ποὺ ἀγαποῦσαν τὸν Κύριο καὶ παρακολουθοῦσαν μὲ μεγάλη προσοχὴ τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τοῦ Νικόδημου. Προετοιμάζονταν κι αὐτὲς ἀπὸ τὴν πλευρά τους γιὰ μία πράξη ἀγάπης πρὸς τὸν Κύριο. Ἦταν οἱ δύο μυροφόρες γυναῖκες: ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ κι ἡ Μαρία, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσῆ.
.                 «Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποὺ τίθεται. Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν» (Μάρκ. ιε´ 47, ιϛ´ 1). Πρῶτα ἀναφέρονται δύο γυναῖκες κι ἔπειτα τρεῖς. Δύο ἦταν οἱ μάρτυρες γιὰ ὅλα ὅσα ἔγιναν στὸν Γολγοθά, ποὺ εἶδαν τοὺς κρυφοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ νὰ κατεβάζουν τὸ νεκρὸ σῶμα Του ἀπὸ τὸν σταυρό. Μετὰ εἶδαν ὅλα ὅσα ἔκαναν στὸ νεκρὸ σῶμα καί, αὐτὸ ποὺ τὶς ἐνδιέφερε περισσότερο, εἶδαν τὸν τάφο ὅπου τὸν τοποθέτησαν. Ἀλήθεια, πόση χαρὰ θὰ ἔνιωθαν, ἂν μποροῦσαν νὰ τρέξουν καὶ νὰ βοηθήσουν τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸν Νικόδημο, γιὰ νὰ ξεπλύνουν τὸ ἅγιο σῶμα Του ἀπὸ τὰ αἵματα, νὰ καθαρίσουν τὶς πληγές Του, νὰ ἰσιώσουν τὰ μαλλιά Του, νὰ σταυρώσουν τὰ χέρια Του, νὰ δέσουν τὸ μαντήλι γύρω ἀπὸ τὸ κεφάλι Του καὶ νὰ τυλίξουν ὅλο τὸ σῶμα Του μὲ τὸ σεντόνι! Ὅμως οὔτε τὸ ἔθιμο οὔτε κι ὁ νόμος ἐπέτρεπε νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ μαζὶ μὲ ἄνδρες. Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ πήγαιναν ἀργότερα νὰ τὰ κάνουν ὅλα μόνες τους, καὶ κυρίως γιὰ ν’ ἀλείψουν τὸν Κύριο μὲ ἀρώματα. Μαζί τους ἀργότερα θὰ πήγαινε κι ἡ τρίτη μυροφόρα, ἡ φίλη τους. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ τὶς ἔδεσε ὅλες μὲ φιλία.
.              Ποιές ἦταν οἱ γυναῖκες αὐτές; Τὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ τὴν ξέρουμε. Ἦταν ἡ Μαρία ἐκείνη ποὺ ὁ Κύριος τὴ θεράπευσε, τῆς ἔβγαλε ἑπτὰ δαιμόνια ἀπὸ μέσα της. Ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσῆ κι ἡ Μαρία τοῦ Ἰακώβου, ὅπως λένε οἱ πατέρες, ἦταν ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. Ἡ Σαλώμη ἦταν σύζυγος τοῦ Ζεβεδαίου, ἡ μητέρα τῶν ἀποστόλων Ἰακώβου καὶ Ἰωάννη.
.                 Τί μεγάλη διαφορὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες αὐτὲς καὶ στὴν Εὔα! Αὐτὲς ἔτρεξαν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ νὰ ὑπακούσουν τὸ νεκρὸ Κύριο, ἐνῶ ἡ Εὔα δὲν ἔκανε ὑπακοὴ στὸν Ζῶντα Κύριο! Ἐκεῖνες φάνηκαν ὑπάκουες στὸν Γολγοθά, στὸν τόπο τοῦ ἐγκλήματος, τῆς κακίας καὶ τῆς αἱματοχυσίας, ἐνῶ ἡ Εὔα ἔκανε παρακοὴ μέσα στὸν παράδεισο!
.                 «Καὶ λίαν πρωὶ τῆς μίας σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου» (Μάρκ. ιϛ´ 2). Σ’ αὐτό, ὅτι δηλαδὴ ἦταν ἡ πρώτη μέρα τῆς ἑβδομάδας, ὅταν ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἡ ἑπομένη μέρα τοῦ σαββάτου, συμφωνοῦν ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές. Ὁ Μάρκος τὸ ξεκαθαρίζει καλύτερα: «καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου…» (Μάρκ. ιϛ´ 1), ἀφοῦ εἶχε περάσει τὸ σάββατο. Ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς συμφωνοῦν πὼς ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολὺ πρωὶ τὴν Κυριακή. Συμφωνοῦν ἐπίσης πὼς οἱ γυναῖκες πῆγαν στὸν τάφο τοῦ Κυρίου πολὺ νωρὶς τὸ πρωί. Ὁ Μάρκος στὸ εὐαγγέλιό του φαίνεται πὼς τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ μεταφέρει λίγο ἀργότερα, γιατί λέει ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου.
.                 Εἶναι πολὺ πιθανὸ οἱ γυναῖκες νὰ πῆγαν στὸν τάφο ἀρκετὲς φορές, τόσο ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν νεκρὸ Κύριο, ὅσο κι ἀπὸ φόβο, μήπως οἱ ἐχθροί Του ἔρθουν καὶ βεβηλώσουν τὸν τάφο καὶ τὸ ἴδιο Του τὸ σῶμα. Ὅπως λέει ὁ Ἱερώνυμος στὸ σχόλιό του στὸ κατὰ Ματθαῖον, «πηγαινοέρχονταν μὲ ἀνυπομονησία, δὲν ἤθελαν ν’ ἀπομακρυνθοῦν γιὰ πολὺ ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Κυρίου». Ἴσως ἐδῶ ὁ Μάρκος νὰ μὴ μιλάει γιὰ τὸν αἰσθητὸ ἥλιο ἀλλὰ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια του προφήτη, «καὶ ἀνατελεῖ ὑμῖν… ἥλιος δικαιοσύνης» (Μαλαχ. Δ´ 2), ἀναφερόμενος στὸν Μεσσία. Ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης εἶχε ἤδη ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν τὴν πρωινὴ ὥρα ποὺ οἱ μυροφόρες πῆγαν στὸν τάφο. Ὅπως ὁ Ἥλιος αὐτὸς ἔλαμψε πολὺ προτοῦ δημιουργηθεῖ ὁ αἰσθητὸς ἥλιος, ἔτσι καὶ τώρα, στὴ δεύτερη δημιουργία, στὴν ἀναγέννηση τοῦ κόσμου, ἔλαμψε στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία προτοῦ ἀνατείλει στὴ γῆ ὁ αἰσθητὸς ἥλιος.
.                 «Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;» (Μάρκ. ιϛ´ 3). Καθὼς οἱ μυροφόρες γυναῖκες ἀνέβαιναν πρὸς τὸν Γολγοθά, συζητοῦσαν μεταξύ τους τὸ πρόβλημα αὐτό. Ποιός θὰ κυλίσει τὴ βαριὰ πέτρα ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ μνημείου; Ὅλα ἔδειχναν πὼς δὲν περίμεναν κάτι ἀναπάντεχο. Τὰ γυναικεῖα χέρια δὲν ἦταν δυνατὰ γιὰ νὰ σπρώξουν τὴ βαριὰ πέτρα καὶ νὰ ἐλευθερώσουν τὴν εἴσοδο τοῦ μνημείου. Κι ὁ λίθος ἦταν μέγας σφόδρα.
.              Καημένες γυναῖκες! Δὲν θυμήθηκαν πὼς τὸ ἔργο ποὺ πήγαιναν μὲ τόσο ζῆλο καὶ σπουδὴ νὰ κάνουν στὸν τάφο, εἶχε ἤδη συντελεστεῖ ὅσο ζοῦσε ὁ Κύριος. Στὸ δεῖπνο ποὺ παρέθεσε στὸν Κύριο στὴ Βηθανία ὁ Σίμων ὁ λεπρός, κάποια γυναίκα ἔχυσε στὸ κεφάλι τοῦ Χριστοῦ ἕνα πολύτιμο μύρο. Ὁ παντογνώστης Κύριος εἶπε τότε γιὰ τὴν γυναίκα αὐτή: «Βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι μὲ ἐποίησεν» (Ματθ. κϛ´ 12). Προγνώριζε μὲ ἀκρίβεια ὅτι τὸ σῶμα Του δὲν θὰ δεχόταν κανένα ἄλλο ἄρωμα στὸν θάνατό Του. Ἴσως διερωτηθεῖς: Γιατί τότε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἄφησε τὶς ἀφοσιωμένες αὐτὲς γυναῖκες ν’ ἀπογοητευτοῦν τόσο πολύ; Πῆγαν ν’ ἀγοράσουν τὸ πολύτιμο μύρο, ἦρθαν φοβισμένες μέσα στὴ νύχτα στὸ μνημεῖο καὶ στὸ τέλος νὰ μὴν ἐκτελέσουν τὸ καθῆκον αὐτό, ποὺ μὲ τόση ἀγάπη καὶ θυσία εἶχαν προετοιμάσει; Μήπως ὅμως ἡ θεία αὐτὴ πρόνοια δὲν ἀποζημίωσε τὶς προσπάθειές τους μ’ ἕναν ἀσύγκριτα πλουσιότερο τρόπο κι ἀντὶ νὰ δοῦν νεκρὸ τὸν Κύριο τὸν εἶδαν ζωντανό;

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ: 

ΠΗΓΗ:   ΚΛΙΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου