Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013


Ενωτικά λόγια χωρίς πράξεις προσέγγισης

Ανασκόπηση της οκταετούς θητείας του Βενέδικτου ΙΣΤ΄
 
Του Κωνσταντινου Νικολακοπουλου*

Οταν την 11η Φεβρουαρίου 2013 έγινε γνωστή η είδηση για την παραίτηση του Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄ από την Αγία Εδρα, υπήρξε ακόμη και στους ορθόδοξους κύκλους μεγάλη έκπληξη. Δύο κεντρικά συναισθήματα κυριάρχησαν στις πολλές συζητήσεις και ανταλλαγές γνωμών ανάμεσα στους ορθοδόξους: θαυμασμός και συνάμα απογοήτευση. Και ασφαλώς ο θαυμασμός οφείλεται
αυτονόητα στον μεγάλο βαθμό αυτογνωσίας του ρωμαιοκαθολικού Ποντίφηκα, που -τουλάχιστον επισήμως- επικαλέστηκε τις φθίνουσες φυσικές του δυνάμεις και προχώρησε σε μια τόσο γενναία και τολμηρή απόφαση.
Κατά την τελευταία δημόσια εμφάνισή του στην πλατεία του Αγίου Πέτρου την Τετάρτη 27.02.2013, ομολόγησε ευθαρσώς: «Ηταν ένα μεγάλο βάρος!». Ασφαλώς είχε ήδη από την πρώτη στιγμή συνειδητοποιήσει τη δυσβάστακτη ευθύνη του αξιώματός του. Αμέσως μετά την εκλογή του εκείνο το μεσημέρι της 19ης Απριλίου 2005, ο 265ος επίσκοπος Ρώμης είχε σχολιάσει την απόφαση του Κονκλαβίου με τα εξής λόγια: «Αγαπητοί αδελφοί και αγαπητές αδελφές, μετά τον μεγάλο Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄ οι καρδινάλιοι εξέλεξαν εμένα, έναν απλό και ταπεινό εργάτη στον αμπελώνα του Κυρίου. Εμένα με παρηγορεί μόνο το γεγονός ότι ο Κύριος γνωρίζει πώς να εργάζεται και να ενεργεί ακόμη και με ατελή εργαλεία». Αυτή η αρχική εικόνα ταπεινότητας που εμείς οι ορθόδοξοι εισπράξαμε τότε από τον Βενέδικτο ΙΣΤ΄ μας γέμισε αρχικά με προσδοκίες, γιατί ελπίσαμε ότι ιδιαίτερα αυτός ο Πάπας θα έδινε μια αποφασιστική ώθηση στις πολύχρονες προσπάθειες προσέγγισης των Εκκλησιών μας. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η απογοήτευσή μας.
Τώρα λοιπόν η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία απέκτησε τον νέο ποιμενάρχη της. Ο 266ος Pωμαίος Ποντίφηκας, ο Φραγκίσκος, ένας ταπεινός Ιταλοαργεντίνος, αντικαθιστά τον Γερμανό Θεολόγο διανοούμενο Ιωσήφ Ράτσινγκερ. Ηδη στις πρώτες του φράσεις μετά την εκλογή του, ο Αρχιεπίσκοπος του Μπουένος Αϊρες, ο Χόργκε Μάριο Βεργκόλιο, με ήρεμη και προσιτή φωνή τόνισε ότι νιώθει πως τον έφεραν «από το τέλος του κόσμου», ίσως για να εξελιχθεί σε εκείνο τον θρησκευτικό ηγέτη του μοντέρνου κόσμου με τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως. Και ακριβώς σε αυτό σημείο γεννάται σε μας τους ορθοδόξους η καινούργια ελπίδα, που αντικαθιστά τη μέχρι σήμερα απογοήτευσή μας. Αυτό που, με άλλα λόγια, προσδοκούμε από τον νέο Πάπα δεν είναι μόνο η ισχυρή του επιρροή στη ζωή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά στον γενικότερο τομέα των διαχριστιανικών σχέσεων και κυρίως στον ορθόδοξο - καθολικό διάλογο.
Οι προσδοκίες Με την εκλογή του Ιωσήφ Ράτσινγκερ το 2005, εμείς οι ορθόδοξοι δημιουργήσαμε σοβαρές προσδοκίες για τις σχέσεις Ορθοδοξίας και ρωμαιοκαθολικισμού, που επειγόντως έπρεπε να βελτιωθούν. Ολοι τότε γνωρίζαμε ότι ο εκλεγμένος Πάπας δεν ήταν κάποιο τυχαίο πρόσωπο. Είχε διατελέσει διακεκριμένος καθηγητής Πανεπιστημίου σε διάφορα γερμανικά ανώτατα ιδρύματα, Αρχιεπίσκοπος Μονάχου, καρδινάλιος και υπεύθυνος της Επιτροπής Πίστεως του Βατικανού με αρμοδιότητα την επίσημη τοποθέτηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας σε θεμελιώδη ζητήματα της εκκλησιαστικής ζωής.
Ο νέος τότε Ποντίφηκας εκαλείτο να ξεκαθαρίσει εάν ήθελε πραγματικά να συνεχισθεί ο οικουμενικός διάλογος που ήταν και είναι βασικός για τη βελτίωση των σχέσεων με την Ανατολή. Ναι μεν ο διάλογος επανεκκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2006 στο Βελιγράδι, όμως η βασική προϋπόθεση που είχαν θέσει ευθύς εξαρχής οι ορθόδοξοι, δηλαδή το Βατικανό να έδινε κάποια λύση στο ακανθώδες πρόβλημα της Ουνίας, δεν ικανοποιήθηκε ποτέ.
Τα αιτήματα της Ανατολής στον διάλογο Εάν θελήσουμε να κάνουμε μια ανασκόπηση της οκταετούς θητείας του Βενέδικτου ΙΣΤ΄, πρέπει εμείς οι ορθόδοξοι να διαπιστώσουμε ότι τα ενωτικά λόγια και τις συμφιλιωτικές χειρονομίες του Πάπα δυστυχώς δεν ακολούθησαν αντίστοιχες ουσιαστικές πράξεις προσέγγισης. Η Ανατολή απαίτησε από τον Πάπα κάτι παραπάνω από συναινετική θεωρία και φιλικές χειρονομίες. Ας αναφέρουμε ακολούθως τις γνωστότερες πρωταρχικά απαιτήσεις/προκλήσεις, που οι ορθόδοξοι δεν θα πάψουν ποτέ να θέτουν στο τραπέζι του διαλόγου με τους ρωμαιοκαθολικούς:
Το Filioque (δηλαδή η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος «και από τον Υιό») ως δογματική καινοτομία εισήχθη επισήμως στην Εκκλησία της Ρώμης το 1014 από τον Πάπα Βενέδικτο Η΄. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επτά πρώτοι Ποντίφικες με το όνομα «Βενέδικτος» ακολούθησαν την αρχαία παράδοση κι έζησαν χωρίς το «Filioque», ενώ το καθιέρωσε ο όγδοος στη σειρά Βενέδικτος τον 11ο αιώνα. Στη συνέχεια της εκκλησιαστικής ιστορίας οι επόμενοι επτά «Βενέδικτοι» διατήρησαν αυτήν τη δογματική απόκλιση από την αρχαία Εκκλησία. Εμείς οι ορθόδοξοι ελπίσαμε ότι με την εκλογή του επόμενου όγδοου Πάπα με το ίδιο όνομα, δηλαδή του Βενέδικτου ΙΣΤ΄, θα μπορούσε να γίνει η τολμηρή απάλειψη του Filioque από το κοινό μας Σύμβολο Πίστεως. Δυστυχώς, οι ελπίδες μας αποδείχθηκαν φρούδες.
Το πρωτείο: Σε μελλοντική περίπτωση ενώσεως της χριστιανοσύνης, οι ορθόδοξοι δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα με το «πρωτείο τιμής» του επισκόπου Ρώμης που ίσχυε στην αρχαία Εκκλησία, έχουν όμως ανυπέρβλητες αντιρρήσεις στο σήμερα ισχύον «πρωτείο εξουσίας». Η πολυσυζητημένη παραίτησή του από τον αρχαίο τίτλο «Πατριάρχης της Δύσεως» το 2006 απέδειξε, λόγου χάριν, ότι ο Πάπας κατανοεί το πρωτείο του ως μη συμβατό με την παραδοσιακή «Πενταρχία» των πέντε σημαντικότερων και μεταξύ τους ισάξιων κέντρων της αρχαίας Εκκλησίας (Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αντιόχεια, Αλεξάνδρεια και Ιερουσαλήμ).
Η συνοδικότητα: Ακόμη και υπό τον αρχικά φερέλπιδα Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ΄ δεν κατάφερε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία να προβληθεί προς τα έξω δημοκρατικότερη από ό,τι ήταν μέχρι σήμερα, ώστε η αρχή της συνοδικότητας να μπορέσει να επανέλθει στην αρχική της έννοια, όπως στην αποστολική Εκκλησία.
Το αλάθητο: Σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία, το αλάθητο της Εκκλησίας υπάρχει αντικειμενικά και εκφράζεται αυθεντικά μέσα στη ζωή και τη διδασκαλία της. Ελπίσαμε ότι ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ θα συνέβαλε σε μια νέα ερμηνεία του ρωμαιοκαθολικού αλάθητου, κάτι που δεν έγινε.
Η εξελισσόμενη δυναμική στις σχέσεις Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας τα λίγα αυτά τελευταία χρόνια με τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ΄ καθιστά το ζήτημα της αναζητούμενης ενότητας των Εκκλησιών πιο επίκαιρο και σημαντικότερο απ’ όσο ποτέ. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η ήδη υπάρχουσα δυναμική δεν θα εξαερωθεί, αλλά με τον νέο Πάπα θα αποτελέσει μοχλό κίνησης και αποφασιστικό έναυσμα «ιστορικών αλλαγών» στη σχέση του με την Ορθοδοξία.
*Ο δρ Κωνσταντίνος Νικολακόπουλος είναι καθηγητής Ορθοδόξου Βιβλικής Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου στη Γερμανία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου