Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

H συγχωρητικὴ δύναμις του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως και μέγα θαύμα των Αγίων Αρχαγγέλων.







Εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι διστάζουν καὶ διὰ τὸ Μυστήριον τῆς ᾿Εξομολογήσεως, ἄν πράγματι συγχωρῇ ἁμαρτίας καὶ ἕτεροι ἀμφιβάλλοντες διὰ τὴν  ψυχοθεραπευτικήν του ἰδιότητα. ᾿Επ᾿ αὐτῶν τῶν περιπτώσεων θὰ διηγηθῶ ἐν τῷ παρόντι πονήματι περίπτωσιν,
ἧς ἐγενόμην αὐτόπτης καὶ πιστοποιῶ μετὰ φόβου Θεοῦ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν.

Κατὰ τὸν ᾿Οκτώβριον τοῦ 1913 ὁ ᾿Επιτελάρχης τοῦ ᾿Εθνικοῦ μας Στρατοῦ, Στρατηγὸς Βίκτωρ Δούσμανης, μᾶς ἔστειλε συνοδείᾳ δύο στρατιωτῶν ἕνα ἀνεψιόν του ψυχοπαθῆ καὶ δαιμονιῶντα ἀπὸ πνεῦμα πύθωνος, ὡς ποτὲ ἡ ἐν Φιλίπποις μαντευομένη, καὶ ἐπιστολὴν πρὸς τὴν Μονήν μας [τὴν ῾Ιερὰν Μονὴν Διονυσίου ῾Αγίου ῎Ορους], ἐν ᾗ ἔλεγεν ὅτι ἐδῶ Πατέρες εἰς τὴν πατρίδα μου (Κέρκυραν) εἶναι τὸ καλλίτερον ψυχιατρεῖον της ῾Ελλάδος, καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ ὁ ἀνεψιός μου αὐτὸς ᾿Ιωάννης, ἀλλὰ δὲν εἴδομεν καμμίαν βελτίωσιν, μᾶς εἶπον
δὲ καὶ οἱ ἰατροὶ ὅτι ἐξήντλησαν ὅλα τὰ μέσα τῆς ᾿Επιστήμης, ὡς ἐκ τούτου ἀπεφασίσαμεν καὶ τὸν στέλλομεν εἰς τὰ ἅγια μέρη σας καὶ παρακαλοῦμεν νὰ τὸν δεχθῆτε καὶ νὰ τοῦ κάμετε ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πνευματικῶς, ἴσως δι᾿ εὐχῶν σας λυπηθῇ ὁ Θεὸς καὶ ἡμᾶς καὶ αὐτὸν καὶ τὸν κάμῃ καλά. Τὸν ἐδέχθη ἡ Μονή μας, τόσον ἐκ καθήκοντος ὅσον καὶ ὡς συγγενῆ τοῦ Στρατηγοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ κυριώτερος συντελεστὴς τῶν νικηφόρων πολέμων τοῦ 1912 καὶ 1913 μετὰ τὸν–  Βασιλέα Κωνσταντῖνον.
Τὸν ἔφερον οἱ στρατιῶται ἐλαφρῶς δεδεμένον, ἀλλὰ μᾶς εἶπον νὰ τὸν προσέχωμεν, διότι ἔχει τάσεις πρὸς φυγὴν καὶ δὲν ἔχει ἐπίγνωσιν τοῦ κινδύνου. ᾿Εφ᾿  ᾧ  καὶ ἐνεκλείσθη εἰς δωμάτιον τοῦ Ξενῶνος μὲ παράθυρα σιδηρόφρακτα. ᾿Εκεῖ λοιπὸν μετέβαινον οἱ ῾Ιερεῖς καὶ
τοῦ ἐδιάβαζον εὐχὰς καὶ ἐξορκισμούς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐφέρετο ἡσύχως, ὅταν ὅμως εἶχε κρίσεις ἐφώναζεν, ἐβλασφήμει καὶ ἐλύετο ἐκ τῶν δεσμῶν παραδόξως. Πρὸς τοῦτο ἔφερον μίαν ἡμέραν τὸν λεμβοῦχον τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος τὸν ἔδεσε μὲ ναυτικοὺς κόμβους δυσλύτους, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐντὸς λεπτῶν ἐλύετο αὐτομάτως.
῾Οδηγούμενος δὲ καὶ ὑπὸ τοῦ δαιμονικοῦ πνεύματος, μόλις ἔβλεπε ἀδελφὸν μεταβαίνοντα πρὸς ἐπίσκεψίν του, τοῦ ἔλεγε τὸ παρελθόν του, ἰδίᾳ τὰς ἀνεξομολογήτους ἁμαρτίας. ᾿Αρχοντάρης ξενοδόχος συνέπεσε νὰ εἶναι τότε νεαρὸς Μοναχός, ἐπὶ ἔτη ἐργασθεὶς εἰς
ξενοδοχεῖα καὶ ἑστιατόρια τῶν ᾿Αθηνῶν, ὁ ὁποῖος καὶ τοῦ ἐπήγαινε τὰ χρειώδη ἐκεῖ εἰς τὴν φυλακήν, ἀλλὰ ἤκουε παρ᾿ αὐτοῦ κάθε φορὰν Φιλιππικοὺς διὰ τὸν πρότερόν του κοσμικὸν βίον. Μετέβην καὶ ἐγὼ μίαν ἡμέραν μαζί του καὶ μόλις μᾶς εἶδεν ἤρχισεν ἀμέσως νὰ τοῦ
λέγῃ ἐπὶ λέξει: «῾Ορῖστε μοῦτρα διὰ μεγαλόσχημος καλόγηρος. Δὲν θυμᾶσαι βρέ, τὶ ἔκαμες ἐκεῖ στὰ παγκάκια τοῦ Ζαππείου; Στὰ ξενοδοχεῖα, καὶ ἄλλα χειρότερα».
῞Οταν ἐφύγαμε, μοὶ λέγει ὁ ἀδελφός:  «Δὲν ξαναπάγω, θὰ εἰπῶ στὸν Γέροντα νὰ στείλῃ ἄλλον νὰ τὸν ὑπηρετῇ. Κάθε φορὰ ποὺ μὲ βλέπει, μὲ ρεζιλεύει». Τὸν ἐρώτησα:  «῎Εχονται ἀληθείας αὐτὰ ποὺ λέγει ἤ γαυγίζει συνεργίᾳ τοῦ δαίμονος;». Μοὶ λέγει μετὰ λύπης:
«Δυστυχῶς εἶναι ὅπως τὰ λέγει». Τὸν ἐρωτῶ καὶ πάλιν: «Δὲν ἐξωμολογήθης αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα;» «Δὲν τὰ ἐξωμολογήθηκα», ἀπήντησε στενάζοντας, «ἐντρέπομαι». Τότε τοῦ λέγω: «Νὰ σηκωθῇς ἀμέσως νὰ πᾷς εἰς τὸν παπα-Νεόφυτο στὴν Σκήτην καὶ νὰ ἐξομολογηθῇς καταλεπτῶς, νὰ φύγῃ τὸ βάρος ἀπὸ ἐπάνω σου καὶ νὰ μὴ δύναται ὁ
δαίμων νὰ σὲ στηλιτεύῃ».
Μὲ ἤκουσε καὶ ἐπῆγεν, ἐπιστρέφοντας ἦλθε καὶ μὲ ἐπῆρε καὶ ἐπήγαμε μαζὶ εἰς τὸν δαιμονιζόμενον. Μόλις μᾶς εἶδε, τοῦ λέγει:
«Τώρα θὰ σὲ ἀρχίσω πάλιν ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ καταστίχου καὶ θὰ σοῦ τὰ ψάλω ὅπως πρέπει». Μετὰ μικρὸν ὅμως καὶ ἀγριεμένος, ἄρ- χισε νὰ φωνάζῃ: «Δὲν βλέπω τίποτα· ποιός τὰ ἔσβησε; ποιός σὲ συμβούλεψε; τί νὰ σὲ κάνω τώρα, δὲν βλέπω τίποτε μέσα στὸ κατά-
στιχο»… ᾿Εμείναμεν ἀμφότεροι ἐνεοὶ καὶ μετὰ δακρύων ἐδοξάσαμεν τὸν Πανάγαθον Θεόν, τὸν οἰκονομοῦντα τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων διὰ τῆς ᾿Εξομολογήσεως.
* * *
Δὲν δύναμαι δὲ νὰ σιωπήσω καὶ τὸ γενόμενον τότε θαῦμα τῶν ῾Αγίων ᾿Αρχαγγέλων εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν δαιμονιζόμενον.
῏Ητο ἡ ἀγρυπνία τῆς ἑορτῆς τῶν ῾Αγίων ᾿Αρχαγγέλων καὶ ἐν ἀρχῇ ταύτης ὡμίλησεν ὁ μακαριστὸς Γέροντάς μας, ὁ Καθηγούμενος, πρὸς τοὺς Πατέρας, ὅτι θὰ κατεβάσωμεν ἐντὸς ὀλίγου εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν τὸν ἀδελφὸν ᾿Ιωάννην καὶ νὰ παρακαλέσητε ὅλοι νὰ τὸν λυπηθῇ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ῞Αγιοι ᾿Αρχάγγελοι νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ Σατανᾶ, εἰς ἐμὲ δὲ καὶ ἕτερον συνομήλικον ἀδελφὸν ἀνέθεσε νὰ τὸν φέρωμεν εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν καὶ νὰ τὸν προσέχωμεν, ἵνα μὴ ἀτακτήσῃ ἤ μᾶς φύγῃ. Τὸν ἐφέραμεν καὶ ἐκάθησεν εἰς ἕνα στασίδι εἰς τὰ λεγόμενα τῶν ἀρχαρίων καὶ ἡμεῖς στεκόμεθα ἑκατέρωθεν διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον. ῎Εμεινε σχετικῶς ἢσυχα, μόνον κατὰ περιόδους μουρμούριζε καὶ ὅταν εἰς τὴν Λιτὴν τὸν ἐμνημόνευσεν εἰδικῶς ὁ ῾Ιερεύς, ἔβγαλε φωνὴν ὡς μουγκρητὸν ἀσυνάρτητον.
Εἰς τοὺς αἴνους τὸν ἐπήγαμεν καὶ χαιρέτησε τὴν εἰκόνα τῶν ῾Αγίων ᾿Αρχαγγέλων, καὶ ὅταν τὸν φέραμε στὸ στασίδι του ἄρχισε ν᾿ ἀνησυχῇ καὶ νὰ σηκώνεται διὰ νὰ φύγῃ. Τὸν προσέχαμεν καὶ μὲ τὸ καλὸ τὸν ἡσυχάζαμεν, ἀλλ᾿ ὅταν ἐψάλλετο τὸ δοξαστικὸν τοῦ ᾿Αρχαγγέλου Μιχαὴλ
«῞Οπου ἐπισκιάσει ἡ χάρις σου ᾿Αρχάγγελε, ἐκεῖθεν τοῦ διαβόλου διώκεται ἡ δύναμις»,
τότε ὡς ἀστραπὴ φεύγει ἀπὸ ἀνάμεσά μας καὶ διὰ τῆς μικρᾶς πύλης τῆς Λιτῆς, ὁπό-
θεν οὐδέποτε εἶχε διέλθει, κατηυθύνετο πρὸς τὸν ἐξώστην τὸν πρὸς τὴν θάλασ-
σαν, ὕψους ἑκατὸ περίπου μέτρων. ᾿Ετρέξαμεν, ὡς καὶ ἄλλοι Πατέρες, μὲ τὴν ἀπόγνωσιν ὅτι πηγαίνει νὰ γκρεμισθῇ. ᾿Αλλ᾿, ὤ τῆς χάριτός σας, ἀξιύμνητοι ᾿Αρχάγγελοι! ᾿Εκεῖ εἰς ἀπόστασιν μικρὰν ἀπὸ τῆς Λιτῆς, εἰς τὴν κάμαραν, ὅπως τὴν λέγομεν, εἶναι θολωτὴ ἁψίς, ἔνθεν δὲ καὶ ἔνθεν αὐτῆς εἶναι ἐζωγραφισμένοι οἱ ῞Αγιοι ᾿Αρχάγγελοι. ᾿Εκεῖ εἰς τὸ μέσον τὸν προφθάσαμεν ὄρθιον καὶ ἀκίνητον. Τὸν ἐρωτήσαμεν ἀσθμαί νοντες: «Τί ἔπαθες Γιάννη;» «Δὲν ἔπαθα τίποτε», μᾶς λέγει, «ἔγινακαλά, οἱ ῞Αγιοι ᾿Αρχάγγελοι μὲ κάμαν καλά», καὶ σταυροκοπηθεὶς ἠσπάσθη τὰς Εἰκόνας των. Τὸν ἐπήγαμε μετὰ χαρᾶς εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν, μετὰ εἰς τὴν Λειτουργίαν καὶ τὴν Τράπεζαν. ῏Ητο ἢσυχος, σωφρονῶν καὶ ἱματισμένος, ὡσὰν νὰ μὴ ἦτο αὐτὸς ὁ ἄγριος πρώην καὶ ἀπρόσιτος.
῎Εμεινε 3-4 ἡμέρας καὶ κατόπιν τὸν ἐπῆγα εἰς τὴν Δάφνην τὴν ἡμέραν ποὺ διήρχετο ἀτμόπλοιον, ἐπιβιβάσας αὐτόν, μὲ παράκλησιν πρὸς τὸν πλοίαρχον, ὅπως τηλεφωνήσῃ ἐκ Πειραιῶς πρὸς τὸν Στρατηγὸν καὶ τὸν παραλάβῃ, ὅπερ καὶ ἐγένετο, μετ᾿ ὀλίγας δὲ ἡμέρας
ἐλάβομεν ἐπιστολὴν εὐχαριστήριον τοῦ Στρατηγοῦ καὶ ὅτι ὀ ἐν λόγῳ ἦτο καλά.
* * *
Κατόπιν τούτου ἐπαφίεται εἰς τὴν ὀρθοφροσύνην τοῦ ἀναγνώστου, νὰ κρίνῃ τὴν συγχωρητικὴν δύναμιν τοῦ Μυστηρίου τῆς ᾿Εξομολογήσεως…
(*) Βλ.  ᾿Αρχιμανδρίτου Γαβριὴλ (†), ῾Οδηγὸς Πνευματικοῦ καὶ ἐξομολογουμένου,
σελ. 88-91, ῎Εκδοσις δʹ, «᾿Ορθοδόξου Τύπου», ᾿Αθῆναι 1990.-Περιοδικό Άγιος Κυπριανός
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου